ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤH ΣΕΛΙΔΑ: ΔΑΦΝΟΥΛΑ - ΥΜΗΤΤΟΥΛΗΣ

Subscribe Us

09 Ιουλίου 2021

Θέατρο Βράχων – Η ιστορία και η περιπέτεια ενός εμβληματικού χώρου της Αττικής

1. Εισαγωγικά

Ο Υμηττός είναι ένας από τους σημαντικότερους ελεύθερους χώρους πρασίνου της Αττικής και αναμφίβολα, κάθε πλήγμα που δέχεται το περιβάλλον του ζημιώνει την ποιότητα ζωής των κατοίκων ολόκληρου του Λεκανοπεδίου. Ένα τμήμα του βρίσκεται στην περιοχή των Δήμων Δάφνης – Υμηττού και Βύρωνα. Το γεγονός αυτό αποτελεί ανέκαθεν προνόμιο αλλά και σπουδαία ευθύνη για τους κατοίκους και τις δημοτικές αρχές. Στα παλαιά νταμάρια «Εργάνη», στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το «Θέατρο Βράχων», δεσπόζει ο λόφος Κοπανά. Ήδη δε από τη δεκαετία του 1970, είχαν σημειωθεί στην περιοχή μαζικοί αγώνες, καταλήψεις και κινητοποιήσεις των κατοίκων, φορέων και δημοτικών αρχών, με αίτημα τα παλαιά λατομεία να περιέλθουν στους οικείους Δήμους και ν’ αξιοποιηθούν για την ανέγερση κοινωφελών εγκαταστάσεων και τη δημιουργία χώρων πρασίνου και αναψυχής, σε μια περιοχή που γειτνιάζει με το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και αντιμετωπίζει, καθ’ όλα τα νεώτερα χρόνια, σοβαρά προβλήματα περιβαλλοντικής υποβάθμισης και συρρίκνωσης των ελευθέρων χώρων και του αστικού πρασίνου της.

Εν τέλει, στον χώρο των λατομείων Κοπανά δημιουργήθηκαν σταδιακά από τις δημοτικές αρχές, κατά τη δεκαετία του 1980 και αργότερα, τα Θέατρα Βράχων («Μελίνα Μερκούρη» και «Άννα Συνοδινού»), αθλητικές εγκαταστάσεις με γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, αναψυκτήριο καθώς και ένα σχολικό συγκρότημα. Τα Θέατρα Βράχων λειτουργούν εδώ και 35 χρόνια αδιαλείπτως, αποτελώντας στη συνείδηση του φιλοθεάμονος κοινού της πρωτεύουσας έναν από τους πλέον καταξιωμένους χώρους πολιτισμού με σημαντική παρουσία στην καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας κάθε καλοκαίρι μέσα από σειρά σημαντικών και ποιοτικών παραστάσεων και συναυλιών, ενώ και οι αθλητικοί χώροι του Κοπανά προσελκύουν καθημερινά εκατοντάδες δημότες για άθληση και αναψυχή καθώς και ομάδες που πραγματοποιούν στις εγκαταστάσεις τους τις τακτικές προπονήσεις τους.

Και ενώ όλα αυτά διαμόρφωναν, επί δεκαετίες, την καθημερινή ρουτίνα των κατοίκων και επισκεπτών της περιοχής, μία δικαστική απόφαση του Εφετείου της Αθήνας στα τέλη του περασμένου έτους, ήρθε να ταράξει για τα καλά τα νερά, ανατρέποντας τα πάντα, καθώς έκρινε ότι ο χώρος του Θεάτρου Βράχων με τις εγκαταστάσεις του ανήκει σε ιδιώτες και ουδέποτε είχε χαρακτήρα δημόσιο και δασικό, όπως ισχυρίζονται οι τοπικοί Δήμοι και το ελληνικό Δημόσιο… Ας δούμε όμως αναλυτικότερα πώς έχουν τα πράματα στη συγκεκριμένη υπόθεση:

2. Νομοθετικό πλαίσιο προστασίας του Υμηττού

Σχετικά με τον ορεινό όγκο του Υμηττού ισχύει ένα πλέγμα ρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων η υπ’ αριθ. 25638/1968απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (Β΄ 669), το περιεχόμενο της οποίας επανελήφθη στην απόφαση 25638/1969 του ιδίου οργάνου (Β΄ 236), δυνάμει της οποίας ο Υμηττός χαρακτηρίσθηκε αρχικά ως «τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους». Ακολούθως, με το πδ/γμα 91/1974 (Α΄ 31) ορισμένη έκταση του Υμηττού κηρύχθηκε «αισθητικό δάσος» και με την απόφαση 38070/1976 του Υπουργού Γεωργίας (Β΄ 683), ιδρύθηκε στον Υμηττό καταφύγιο.


Φωτογραφία του Dmitri Kessel που ελήφθη από την Ακρόπολη των Αθηνών, τον Δεκέμβρη του ‘44. O Kessel ήταν Ουκρανός φωτογράφος, συνεργάτης του περιοδικού LIFE, που φωτογράφησε την Αθήνα στα τέλη του 1944 και οι φωτογραφίες του έμειναν στην ιστορία. Σε πρώτο πλάνο οι στύλοι του Ολυμπίου Διός. Πίσω από τον λόφο του Αρδηττού εκτείνεται ο Βύρωνας. Διακρίνεται το άλσος της Αγίας Τριάδος και μπροστά του τα Δημοτικά Σχολεία. Επίσης, το μετόχι της Αναλήψεως, οι ιερές Μονές Ζωοδόχου Πηγής και Καρέα και τα λατομεία του Κοπανά. Οι περιοχές της Νέας Ελβετίας και της Ζωοδόχου Πηγής είναι ακόμα εξαιρετικά αραιοκατοικημένες, ενώ υπάρχουν λίγα, διάσπαρτα κτίσματα στην περιοχή του Καρέα.

Ολοκληρωμένο καθεστώς προστασίας του όρους θεσπίζεται για πρώτη φορά με το πδ/γμα της 31.08-20.10.1978 (Δ΄ 544), το οποίο προέβλεψε δύο ζώνες προστασίας και καθόρισε τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης ανά ζώνη. Λόγω της αξιόλογης βιοποικιλότητάς του, ο Υμηττός εντάχθηκε στο δίκτυο Natura 2000, αποτελώντας Τόπο Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) με την ονομασία «Υμηττός, Αισθητικό Δάσος Καισαριανής – Λίμνη Βουλιαγμένης», κατά τους ορισμούς της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (ΕΕ L 206/22.07.1992) «Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας». Έχει επίσης χαρακτηρισθεί ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) σύμφωνα με την Οδηγία 2009/147/ΕΚ «Περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών» και ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), ενώ αποτελεί και Ειδική Ζώνη Διατήρησης (ΕΖΔ). Ωστόσο, παρά την υπαγωγή του σε διαφορετικά καθεστώτα αυξημένης σημαντικής προστασίας, δεν απεφεύχθη η υποβάθμιση του Υμηττού από τις εντατικές οικιστικές πιέσεις και τις ασύμβατες χρήσεις που συντελούνται στον χώρο του συνεπεία και της άμεσης γειτνίασής του με τον οικιστικό ιστό της πρωτεύουσας και ό,τι αυτό σημαίνει.

Το 2017, σε συμμόρφωση με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με σειρά αποφάσεων (ΣτΕ Ολ 2355-61/2017) της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε το πδ/γμα της 14.06.2011 (Δ΄ 187/16.06.2011) «Καθορισμός μέτρων προστασίας της περιοχής του όρους Υμηττού», το οποίο είχε στο μεταξύ εκδοθεί, για τον λόγο ότι η έκδοσή του συντελέσθηκε χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης διαδικασίας προηγούμενης στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, κατά παράβαση της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της κυα 107017/2006. Το διάταγμα αυτό είχε εκδοθεί κατ’ επίκληση του άρθρου 11 του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του πδ/τος της 14.07.1999 (Δ΄ 580) Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, στο οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 4 του ν. 1515/1985 (Α’ 18), με σκοπό τον καθορισμό μέτρων για την προστασία του Υμηττού σε αντικατάσταση του πδ/τος της 31.08-20.10.1978 «Περί καθορισμού ζωνών ρυθμίσεως και προστασίας της περιοχής του όρους Υμηττού» (Δ’ 544), όπως είχε τροποποιηθεί με το πδ/γμα της 17-27.03.1981 (Δ’ 167).

Σήμερα, εν αναμονή ενός νέου νομοθετικού πλαισίου όσον αφορά τις επιτρεπόμενες επεμβάσεις και χρήσεις στον Υμηττό, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εύλογα υποστηρίζουν πως η παρατεταμένη έλλειψη σαφούς και αποτελεσματικού καθεστώτος προστασίας του όρους και του περιβάλλοντός του ανοίγει τον δρόμο στην αυθαιρεσία, στην αβεβαιότητα και κατ’ επέκταση στην υποβάθμιση και στον μαρασμό.

3. Ιστορικό της υποθέσεως

Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από το Εφετείο Αθηνών με την απόφασή του 4891/2020, με βάση συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του έτους 1860, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών, μεταβιβάστηκε (δίχως να εκπονηθεί τοπογραφικό διάγραμμα και με περιγραφή των ορίων βάσει τοπωνυμίων, όπως συνηθιζόταν τότε) η κυριότητα ενός αγρού κειμένου εκτός σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, στη θέση «Κοπανά», «εκ στρεμμάτων πεντήκοντα πλέον ή έλλατον καλλιεργήσιμον και ακαλλιέργητον με βουνό όσον τρέχουν τα νερά …». Τα δε όρια του εν λόγω ακινήτου έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι συμπίπτουν με τα όρια των διεκδικουμένων εκτάσεων από τους εκκαλούντες στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Αργότερα, το 1926, οι κληρονόμοι των αρχικώς κυρίων αποφάσισαν να διανείμουν το επίκοινο, οπότε και συνετάγη για τον επίμαχο χώρο το από 5ης Ιουνίου 1926 τοπογραφικό διάγραμμα, που απεικονίζει τον λόφο Κοπανά με υψομετρικές καμπύλες και με το ρέμα που διέτρεχε το ακίνητο, διαθέτοντας αρκετά σταθερά σημεία της περιοχής που υφίστανται έως και σήμερα. Τότε προσδιορίστηκε ρητά και το εμβαδόν της εκτάσεως, η οποία περιγράφεται ως «αγρός», σε 51 παλαιά στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και 86 παλαιά στρέμματα βουνού, ήτοι λοφώδους εδάφους.


Η περιοχή των λατομείων Κοπανά και των Θεάτρων Βράχων

Το 1927 διαμορφώνεται το σχέδιο πόλεως της περιοχής, ενώ στη σχετική διανομή μετείχαν όλοι οι, κατ’ εκείνον τον χρόνο, υφιστάμενοι εμπράγματοι δικαιούχοι – απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων. Στο δε σχετικό συμβόλαιο, του έτους 1927, αναπτύσσεται αναλυτικά η εξέλιξη των δικαιωμάτων εκάστου, οπότε και τακτοποιήθηκαν οριστικώς τα περί κυριότητάς τους ζητήματα. Η ακρίβεια του εν λόγω διαγράμματος της διανομής αναγνωρίστηκε και με την κυα 116680/13.10.1927 (Β’ 84/1927), δυνάμει της οποίας απαλλοτριώθηκε, με βάσει το εν λόγω διάγραμμα, προς αστική εγκατάσταση προσφύγων, η βορείως του ρέματος εκτεινομένη, οικοπεδοποιημένη περιοχή του αρχικού κτήματος, αναφέροντας ως ιδιοκτήτες τους συμμετάσχοντες στη διανομή.

Από το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων και λοιπών στοιχείων που προσκομίστηκαν, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα όρια των γηπέδων ταυτίζονται με εκείνα των κρινομένων αγωγών, στη δε διαπίστωση αυτή συμβάλλει και η ύπαρξη των επικαλουμένων στις αρχικές αγωγές σταθερών σημείων στην περιοχή, όπως π.χ. το τριγωνομετρικό Κοπανά, οι πέριξ κορυφές, το ρέμα, η περίφραξη με συρματόπλεγμα της δυτικής πλευράς του Υμηττού που έγινε από τη Δασική Υπηρεσία. Οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων είχαν συστήσει στην επίδικη έκταση, από το 1927,λατομική επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο «Εργάνη», τα δε γήπεδα επί των οποίων λειτουργούσε η συγκεκριμένη επιχείρηση παρέμεναν, κατά την εφετειακή απόφαση, στην ιδιοκτησία τους και αργότερα περιήλθαν νομίμως στους κληρονόμους τους, μετά δε το 1953 αγοράσθηκαν από τη λατομική εταιρεία «Εργάνη».

Το 1971, η τότε Διοίκηση, με σχετικά έγγραφα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, αποφάσισε την παύση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων στη συγκεκριμένη θέση του Υμηττού, οπότε τα λατομεία «Εργάνη» μεταφέρθηκαν σε άλλη, απομακρυσμένη τοποθεσία του βουνού, περιοριζόμενα στο εξής μόνο στην παραγωγή σκυροδέματος στη θέση Κοπανά, μέχρι την 5η Σεπτεμβρίου 1975, οπότε απαγορεύτηκε, με νέα απόφαση της Διοικήσεως, κάθε είδους δραστηριότητα στη θέση Κοπανά, που αφορούσε τη διαχείριση και επεξεργασία λατομικών υλικών και τα λατομεία «Εργάνη» σταμάτησαν οριστικά τη λειτουργία τους υπό οποιαδήποτε μορφή.

Έκτοτε έγιναν από τους φερομένους ως ιδιοκτήτες της εκτάσεως των λατομείων ορισμένες προσπάθειες επαναφοράς του περιβάλλοντος της περιοχής στην προτέρα μορφή του και ο χώρος παρέμεινε ανεκμετάλλευτος μέχρι το έτος 1977, οπότε με την απόφασή του 47/1977, το δημοτικό συμβούλιο Βύρωνα, στηριζόμενο στην ήδη υφισταμένη μελέτη αποκατάστασης του χώρου και στην «ομόθυμη βούληση των δημοτών του», κήρυξε, προς ικανοποίηση της δημόσιας ωφέλειας, αναγκαστική απαλλοτρίωση του επίμαχου λατομικού χώρου, με σκοπό «τη συνδυασμένη αποκατάσταση και μετάλλαξή του σε δημοτικό άλσος». Η απαλλοτριωτική εκείνη απόφαση εγκρίθηκε εν συνεχεία με την υπ’ αριθ. 15978/30.6.1979 νομαρχιακή απόφαση, μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 139 αριθ. 324 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Βύρωνα και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Δ’ 456/4.9.1979. Ωστόσο, η απαλλοτρίωση του χώρου ουδέποτε συντελέστηκε, καθώς ο υπόχρεος Δήμος δεν κατέβαλε ποτέ το τίμημα της ορισθείσας αποζημιώσεως των ιδιοκτητών για την αποδέσμευση της εκτάσεως από την ιδιοκτησία τους και τη νόμιμη περιέλευσή της στη δημόσια πλέον κτήση. Ως εκ τούτου, με τη νομίμως δημοσιευθείσα υπ’ αριθ. 617/1988 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Βύρωνα η εν λόγω απαλλοτρίωση ανακλήθηκε, λόγω παρόδου 20ετίας άνευ καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως.


Η Μελίνα Μερκούρη με τον Ανδρέα Λεντάκη

Ήδη δε από το 1981, οι δήμαρχοι Βύρωνα Δημήτρης Νικολαΐδης και Υμηττού Ανδρέας Λεντάκης, από κοινού με σημαντικούς εκπροσώπους της καλλιτεχνικής ζωής του τόπου, όπως η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, ο σκηνοθέτης Μίνως Βολανάκης, ο ηθοποιός Γιάννης Βόγλης και αρκετοί άλλοι, ξεκίνησαν προσπάθειες για τη δημιουργία του Θεάτρου Βράχων Υμηττού – Βύρωνα και του πρώτου Φεστιβάλ στον χώρο των νταμαριών. Κοινό όραμα όλων ήταν η αξιοποίηση θέσεων πρώην νταμαριών της Αττικής για τη δημιουργία χώρων πολιτισμού για τους κατοίκους κυρίως των υποβαθμισμένων περιοχών του λεκανοπεδίου, όπως έγινε και στην Πετρούπολη (Θέατρο Πέτρας) και στη Νίκαια (Κατράκειο Θέατρο). Το 1981 συντελείται και η σύνταξη προσωρινών κτηματικών χαρτών δασικών εκτάσεων βάσει του ν. 248/1976, οπότε το λατομείο Κοπανά χαρακτηρίστηκε «δημόσια δασική έκταση». Κατά δε του χαρακτηρισμού της αυτού ασκήθηκαν νομίμως σχετικές ενστάσεις από τους ενδιαφερομένους ιδιώτες και νυν εκκαλούντες.

Κατά το διάστημα των ετών 1984-1986 και οι δύο δήμοι (Βύρωνα και Υμηττού) προχώρησαν σε λαϊκές κινητοποιήσεις και καταλήψεις για τη διεκδίκηση του χώρου των λατομείων, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν και εργασίες διαμόρφωσής του σε θέατρο και γήπεδα. Ο Δήμος Υμηττού κατέλαβε τμήμα της εκτάσεως και το διαμόρφωσε σε γήπεδο. Οι φερόμενοι ως ιδιόκτητες άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την οποία κέρδισαν σε βάρος των δημάρχων Νικολαΐδη και Λεντάκη και διατάχθηκε ο Δήμος Υμηττού να επαναφέρει την έκταση στην προηγούμενη κατάσταση. Ωστόσο ο Δήμος Υμηττού δεν συμμορφώθηκε, ενώ το 1986 ο δήμος Βύρωνα κατέλαβε και την υπόλοιπη έκταση. Νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ασκήθηκε τότε από τους ιδιώτες – φερομένους ως ιδιοκτήτες κατά των δύο Δήμων, οι οποίοι ωστόσο και πάλι δεν συμμορφώθηκαν και προχώρησαν στην πλήρη κατασκευή του Θεάτρου Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», χωρητικότητας 3.000 θέσεων στα νταμάρια. Μέρος των υλικών μάλιστα προσφέρθηκαν από την ίδια την Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, στενή φίλη του τότε δημάρχου Υμηττού Ανδρέα Λεντάκη. «Σε χρόνο ρεκόρ», αναφέρει ο απολογισμός του Δήμου Υμηττού του έτους 1986, «κατασκευάστηκε το Θέατρο Βράχων για 3.000 θέσεις στα νταμάρια Κοπανά. Η δαπάνη του ξεπέρασε τα 15.000.000 δρχ. από τα οποία τα 5.000.000 ήταν προσφορά εργασίας του Δήμου Υμηττού».

Ο ίδιος ο Ανδρέας Λεντάκης και ο Δημήτρης Νικολαΐδης υποχρέωσαν τη ΔΕΗ να κατασκευάσει ειδικό υποσταθμό για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις εγκαταστάσεις που ανήγειραν, κατασκεύασαν χώρους υγιεινής, αναψυκτήριο, διαμόρφωσαν τον χώρο προσέλευσης του κοινού και τους χώρους πάρκινγκ και ανακατασκεύασαν τον χώρο του γηπέδου ποδοσφαίρου. Τον Αύγουστο του 1986, με την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του Θεάτρου Βράχων, δόθηκαν οι πρώτες παραστάσεις από τον Δήμο Υμηττού με το 1ο Φεστιβάλ «Λόγου και Τέχνης».Αρχικά οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και, στη συνέχεια, και όλες όσες ακολούθησαν, χρηματοδοτούν ετησίως τον δήμο για την οργάνωση του Φεστιβάλ στο Θέατρο Βράχων. Ουδέποτε ωστόσο δόθηκε -έως και σήμερα- στη δημοσιότητα από τους Δήμους Βύρωνα και Υμηττού σχετικό παραχωρητήριο από το Δημόσιο, έστω για τις χρήσεις των εγκαταστάσεων, παρ’ όλο που και οι δύο ως άνω ενδιαφερόμενοι Δήμοι ισχυρίζονται παγίως πως η έκταση τους έχει παραχωρηθεί, κατά το παρελθόν, από το Δημόσιο στο οποίο ανήκει κατά τους ισχυρισμούς τους. Ταυτόχρονα, μέσα από το Φεστιβάλ, το Θέατρο Βράχων έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα και μία από τις πλέον υποβαθμισμένες περιοχές των δήμων Υμηττού και Βύρωνα αναβαθμίστηκε και κατέστη στο εξής ένας από τους πιο αξιόλογους χώρους πολιτισμού και αναψυχής του λεκανοπεδίου της Αττικής.

Το 1987, οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες της εκτάσεως προκαλούν την έκδοση αποφάσεως του εισαγγελέα εφετών, με την οποία ο Δήμος Βύρωνα διατάσσεται να επαναφέρει την έκταση στην προηγούμενη κατάσταση. Ωστόσο ούτε και αυτή τη φορά συμμορφώνεται ο δήμος, ενώ το 1987, το αρμόδιο ειρηνοδικείο αποδέχεται τις ασκηθείσες ενστάσεις τους κατά  των  κτηματικών  χαρτών του 1981 και διατάσσει τη διόρθωσή τους. Όμως την επομένη χρονιά (1988) ο Δήμος Υμηττού ανοίγει δρόμο στην έκταση και διοργανώνει νέα κατάληψη του χώρου. Ως αποτέλεσμα, ασκούνται νέα ασφαλιστικά μέτρα από τους φερομένους ως ιδιοκτήτες, που καταλήγουν σε εισαγγελική απόφαση για βίαιη έξωση των δήμων. Για ακόμα μια φορά ωστόσο οι δύο δήμοι αρνούνται να συμμορφωθούν και συνεχίζουν τα έργα στον χώρο αλλά και τις κινητοποιήσεις τους.


Το θέατρο «Άννα Συνοδινού» (ieidiseis.gr)

Το 1995-1997 κατασκευάζεται έτσι και το δεύτερο θέατρο «Άννα Συνοδινού», ενώ εντός του 1996 απαλλοτριώνεται νέος χώρος της έκτασης, από τον ΟΣΚ (Οργανισμός Σχολικών Κτηρίων), προκειμένου να χτιστεί το 5ο δημοτικό σχολείο της περιοχής. Το 2000 γίνεται αυτοψία της Πολεοδομίας Αθηνών στις εργασίες κατασκευής των θεάτρων και διατάσσεται η άμεση διακοπή τους καθώς προέκυψε πως δεν υπήρχε οικοδομική άδεια. Παρ’ όλα αυτά και ενώ ο χώρος προστατευόταν ως β’ ζώνη Υμηττού, το 2000 χτίστηκε το αναψυκτήριο – εστιατόριο «Άστρα». Συνολικά, στα νταμάρια Κοπανά διαμορφώθηκαν σταδιακά από τις δημοτικές αρχές οι εξής χώροι πολιτισμού και αθλητικών εγκαταστάσεων: τα δύο Θέατρα Βράχων («Μελίνα Μερκούρη» και «Άννα Συνοδινού»), τρία γήπεδα 5×5, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ καθώς και το αναψυκτήριο.

Η δικαστική διαμάχη των φερομένων ως ιδιοκτητών της εκτάσεως κατά των δήμων Υμηττού και Βύρωνα, ξεκινά το 2003 και το 2005, όταν κατατέθηκαν οι πρώτες αγωγές με δεκαοκτώ (18) ενάγοντες, για τη διεκδίκηση της εκτάσεως των παλαιών λατομείων που, κατά τους ισχυρισμούς τους, τους ανήκε. Το Δημόσιο ισχυρίζεται στην πρωτοδίκη δίκη, ότι τα επίμαχα γεωτεμάχια ήταν δημόσιες δασικές εκτάσεις που είχαν περιέλθει στην κυριότητά του. Τελικά, το 2016 το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφασή του υπ’ αριθ. 715/2016, δικαίωσε την πλευρά των Δήμων Βύρωνα, Δάφνης – Υμηττού και του παρεμβαίνοντος στη δίκη Ελληνικού Δημοσίου, δεχόμενο ότι τα επίμαχα γεωτεμάχια ήταν «δημόσιες εκτάσεις οι οποίες περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως το 1832, βάσει των πρωτοκόλλων του Λονδίνου το 1830» και ως «εγκαταλελειμμένα από τους Οθωμανούς και καταληφθέντα και δημευθέντα από το ίδιο το ελληνικό κράτος κατά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, ως δάση με το βασιλικό διάταγμα του 1836, ως βοσκότοποι με το βασιλικό διάταγμα του 1833, ως αδέσποτα κτήματα με το βασιλικό διάταγμα του 1837 και τακτική ή έκτακτη χρησικτησία». Όσον αφορά τον δασικό χαρακτήρα των εκτάσεων, η πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε ότι: «Οι επίδικες εκτάσεις είχαν κατά τον χρόνο 1875-1878 τη μορφή δασικής εκτάσεως καθώς καλύπτονται από δάσος χαμόδεντρων».

Το 2017 οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες ιδιώτες προσέφυγαν στο Εφετείο Αθηνών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Στις 10.09.2019, εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου υπ’ αριθ. 4891/2020, η οποία βρίσκεται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, καθώς το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση προέβη σε όλως εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, οι δε επίμαχες εκτάσεις δεν είναι ούτε υπήρξαν ποτέ δημόσιες και δασικές, αλλά σύμφωνα με το κείμενο της εφετειακής αποφάσεως, ο χώρος αναγνωρίζεται ότι ανέκαθεν ανήκε στην ιδιοκτησία των εκκαλούντων ιδιωτών, ανατρέποντας πλήρως το σκεπτικό της οριστικής αποφάσεως 715/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ότι κύριος του χώρου ήταν το ελληνικό Δημόσιο. Ο χώρος που αναγνωρίζεται ως ιδιωτικός, δυνάμει της εφετειακής αποφάσεως, έχει έκταση 104 στρεμμάτων, ανήκει στη Β’ Ζώνη Υμηττού (χώρος των πρώην λατομείων Κοπανά) και περιλαμβάνει το Θέατρο Βράχων «Άννα Συνοδινού» (όχι το μεγαλύτερο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη»), το πάρκινγκ, τις αθλητικές εγκαταστάσεις της «Εργάνης», το μισό γήπεδο του Υμηττού, το αναψυκτήριο «Άστρα» και μέρος του λόφου Κοπανά.

Το Ελληνικό Δημόσιο καθώς και οι οικείοι Δήμοι Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού διατείνονται, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, πως ο χαρακτήρας των εκτάσεων δεν έχει αλλάξει, πως το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής ανήκει στη ζώνη Α’ προστασίας του Υμηττού, δηλαδή σε περιοχή υψηλής προστασίας της φύσης και μνημείων, ενώ οι εγκαταστάσεις ανήκουν στη ζώνη Ε1, στην οποία επιτρέπονται κατασκευές για χρήσεις πολιτισμού, αθλητισμού και αναψυχής. Η  δε έκταση παραμένει, κατά τους ισχυρισμούς τους, δημόσια, δασική και αναδασωτέα, χωρίς ουδέποτε να έχει αποχαρακτηριστεί. Ήδη δε οι ενδιαφερόμενοι Δήμοι Δάφνης – Υμηττού και Βύρωνα έχουν προβεί στην κατάθεση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Εφετείου, που παραχώρησε στους φερομένους ως ιδιοκτήτες ιδιώτες την επίμαχη έκταση, βάσει τίτλων ιδιοκτησίας που ανάγονται στην οθωμανική περίοδο.


Τα Θέατρα Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» και «Άννα Συνοδινού» στο παλιό νταμάρι

4. Αντιδράσεις, παρατηρήσεις και προβληματισμοί

Σημαντικά ερωτηματικά εγείρονται εν προκειμένω από πολίτες, ενώσεις προσώπων και φορείς σχετικά με την παρατεταμένη ολιγωρία των τοπικών δημοτικών αρχών και των δύο εμπλεκομένων Δήμων (Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού), κυρίως όσον αφορά την τακτική και τους χειρισμούς τους που είχαν ως αποτέλεσμα την ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του έτους 1977, λόγω μη καταβολής των αναγκαίων αποζημιώσεων, συνεπεία της οποίας δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί νόμιμα η διαδικασία περιέλευσης του χώρου στην ιδιοκτησία του Δημοσίου και περαιτέρω αξιοποίησής του ως άλσους με χρήσεις πολιτισμού, αθλητισμού και αναψυχής.

Η είδηση της εκδόσεως της αποφάσεως του Εφετείου έπεσε κυριολεκτικά ως «κεραυνός εν αιθρία» στην περιοχή, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις των κατοίκων, αλλά και άμεσες κινητοποιήσεις φορέων, συλλόγων, δημοτικών παρατάξεων και μεμονωμένων δημοτών, προκειμένου να μην αλλάξει το καθεστώς του χώρου του Θεάτρου Βράχων. Πορείες διαμαρτυρίας, δημιουργία ενός συντονιστικού οργάνου από εκπροσώπους φορέων, διακίνηση κειμένου συλλογής υπογραφών και σχετικό διαδικτυακό ψήφισμα καθώς και πολλές άλλες δράσεις λαμβάνουν χώρα καθ’ όλο το τελευταίο διάστημα στον Βύρωνα και στον Υμηττό, για τη διατήρηση του χαρακτήρα της περιοχής των νταμαριών του Κοπανά ως κοινοχρήστου.

Τις κινητοποιήσεις των δήμων και των κατοίκων, μεταξύ άλλων, στηρίζει και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος (ΠΟΘΑ), ενώ προς την ίδια κατεύθυνση κινητοποιήθηκαν και τα πέντε (5) αθλητικά σωματεία (Δόξα Βύρωνα, Αθηναϊκός, Α.Ο. Βύρωνα, Αστέρας Βύρωνα και Cobra) τα οποία στεγάζονται σήμερα στις αθλητικές εγκαταστάσεις «Εργάνη» εντός του επίμαχου χώρου. Σημειωτέον ότι εκτός από τις προπονήσεις των ανδρικών ομάδων, στα γήπεδα αθλούνται περίπου 1.000 παιδιά – μέλη των σωματείων, ενώ στον ίδιο χώρο πραγματοποιούνται και καλοκαιρινές ημερήσιες κατασκηνώσεις του δήμου καθώς και οι μαθητικοί αθλητικοί αγώνες «Παμβυρώνεια».

Τη στήριξή της στο αίτημα των Δήμων Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού για τη διεκδίκηση του δημόσιου χαρακτήρα της περιοχής των Θεάτρων Βράχων, εξέφρασε και η Περιφέρεια Αττικής, με ομόφωνη απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής, της 28ης Απριλίου 2021, με την οποία, μεταξύ άλλων, αιτείται από την Κυβέρνηση να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση, προκειμένου οι εκτάσεις «να παραμείνουν στο Δημόσιο, ως ένας υπερτοπικός πνεύμονας πρασίνου, ως αθλητικό και πολιτιστικό πάρκο και ως υπόδειγμα ελευθέρου χώρου αναγκαίου για την ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής». Στην ίδια κατεύθυνση, την 7η Ιουνίου 2021,εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία από το Δημοτικό Συμβούλιο Βύρωνα, ψήφισμα για την προάσπιση του δημοσίου, κοινωφελούς και δασικού χαρακτήρα του Λόφου Κοπανά και της περιοχής των πρώην λατομείων «Εργάνης». Τις προσπάθειες αυτές των δήμων Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού στηρίζει με σχετική ανακοίνωσή του και ο όμορος Δήμος Καισαριανής, με σκοπό τη διατήρηση του υφισταμένου καθεστώτος στον χώρο των Θεάτρων Βράχων.

Σε μία από τις τελευταίες δε ανοιχτές συγκεντρώσεις που διοργανώθηκαν στην περιοχή, αποφασίστηκε η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων μέχρι η κυβέρνηση να προχωρήσει σε νομοθετική ρύθμιση που θα αποδίδει αμετάκλητα τον λόφο Κοπανά στους δημότες του. Οι κάτοικοι αντιδρούν κυρίως επειδή με την εφετειακή απόφαση βλέπουν έναν πνεύμονα πρασίνου και αναψυχής της πόλης, στην οποία μεγάλωσαν, να καταργείται από την κοινή χρήση και απόλαυση, στην οποία τον είχαν συνηθίσει έως σήμερα και παράλληλα τη ματαίωση ενός ολόκληρου οράματος που επί δεκαετίες ενσάρκωνε η μεταμόρφωση της πρώην υποβαθμισμένης περιοχής των νταμαριών του λόφου Κοπανά σε έναν προβεβλημένο χώρο καλλιτεχνικής έκφρασης, αθλητισμού και πολιτισμού.

Η Αντιπρόεδρος Δικτύου Πολιτισμού Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού, κα Ελένη Βασιλοπούλου, αναφέρει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων: «Μοιάζει σαν ένα κακό όνειρο αυτό που συμβαίνει με την περιοχή του Θεάτρου Βράχων και του λόφου Κοπανά. Όταν ο Μίνως Βολανάκης το 1980, με δικές του δαπάνες και πολύ ιδρώτα, έστησε τις “Γιορτές των βράχων”, στο θέατρο “Μεταμόρφωση” (όπως το ονόμασε), εμείς νέοι/ες και άγουροι/ες νοιώσαμε το θεϊκό άγγιγμα της τέχνης από μεγάλους καλλιτέχνες, που έβλεπαν με δυναμικό τρόπο τη λειτουργία παλαιών λατομείων σε όλη την Αττική. Έννοια τους ήταν οι χώροι αυτοί να οργανωθούν για τον λαό και τη νεολαία των λαϊκών περιοχών. Το 1986, μετά την εγκατάσταση του θεάτρου του Πίτερ Στάιν από την Πετρούπολη στα δικά μας νταμάρια, χάρη στις ενέργειες της Μελίνας Μερκούρη και του αγώνα των αείμνηστων δημάρχων Ανδρέα Λεντάκη και Δημήτρη Νικολαΐδη, ξεκινά η λειτουργία του θεσμού με εκδηλώσεις.

Τη δεκαετία του ‘90, με την υποστήριξη του Θάνου Μικρούτσικου, τότε υπουργού πολιτισμού, φτιάχνεται το μικρό χειροποίητο Θέατρο “Άννα Συνοδινού” για μικρότερες παραγωγές. Σταδιακά ο χώρος διαμορφώνεται με παλιά βαγόνια, γίνονται βοηθητικοί χώροι, κυλικεία, φυτεύσεις, αναγκαίες ήπιες παρεμβάσεις και φτάνουμε στην εικόνα των θεάτρων, όπως τα γνωρίζουν χιλιάδες επισκέπτες και φανατικοί υποστηρικτές. Από το 2012 τα θέατρα λειτουργούν με ευθύνη του Διαδημοτικού Δικτύου Πολιτισμού Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού. Κάθε χρόνο, παρά τις δυσκολίες εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας τώρα, το Φεστιβάλ φιλοξενεί τον ανθό των Ελλήνων καλλιτεχνών αλλά και σχήματα από το εξωτερικό και συμβάλλει δημιουργικά στο πολιτιστικό γίγνεσθαι του λεκανοπεδίου. Η μαγεία κάθε βραδιάς, όταν ο βράχος γίνεται το σκηνικό που αγκαλιάζει δημιουργούς και θεατές, γίνεται σημείο αναφοράς, κομμάτι της συλλογικής μνήμης, τρυφερή ανάμνηση για χιλιάδες ανθρώπους. Φωτογραφίες και βίντεο ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο, κάνουν αυτό το τοπίο μοναδικό και ονειρικό.

Είχα τη χαρά και την τιμή, το 2018, να συμβάλω στην παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ για τα θέατρα, παραγωγή του Δικτύου με χρηματοδότηση από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, σε σκηνοθεσία Χάρη Γιουλάτου, νέου βραβευμένου Βυρωνιώτη σκηνοθέτη. Το ντοκιμαντέρ “Στη σκιά των βράχων” πήρε μέρος στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και αποτελεί την πρώτη παραγωγή καλλιτεχνικού έργου από το Φεστιβάλ. Τα σχέδιά μας, οι στόχοι μας, φιλόδοξοι και καινοτόμοι, υλοποιούνται αργά και βασανιστικά. Η σπουδαία ιστορία του χώρου, των ανθρώπων που διεκδίκησαν και υπηρέτησαν τον θεσμό, η πορεία καλλιτεχνών, καταξιωμένων σήμερα, που πρωτοεμφανίστηκαν σε αυτά τα θέατρα, γίνονται η ασπίδα προστασίας του! Κανείς δεν μπορεί να διαγράψει την ιστορία, ειδικά “όταν η ανάγκη γίνεται ιστορία”».

Καθίσταται επομένως σαφές, μέσα από αυτή την ιδιαίτερη -για τα αυτοδιοικητικά αλλά και για τα δικαστικά χρονικά της χώρας μας- υπόθεση, ότι εδώ συγκρούονται δύο διαμετρικά αντίθετοι κόσμοι: Από τη μία πλευρά οι κάτοικοι της περιοχής, οι δημότες, οι επισκέπτες και απλοί χρήστες του χώρου των νταμαριών του Κοπανά, που -ανεξάρτητα από τις όποιες διοικητικές εκκρεμότητες και διαδικασίες, επί δεκαετίες έζησαν με την πεποίθηση ότι ο χώρος στον οποίο απολάμβαναν τις αγαπημένες τους συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις ή που αθλούνταν ή έκαναν τον περίπατό τους με θέα το λεκανοπέδιο, είναι δημόσιος, κοινόχρηστος και ελεύθερος για χρήση και αναψυχή και δεν θα μπορούσαν να δεχτούν -τόσες δεκαετίες μετά- μια ανατροπή του καθεστώτος αυτού που αυτομάτως θα σήμαινε υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους και κατάργηση της δυνατότητάς τους για απρόσκοπτη χρήση και απόλαυση του χώρου. Και από την άλλη, οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες της εκτάσεως αυτής, οι οποίοι -αν γίνουν δεκτά και αμετακλήτως στον Άρειο Πάγο όσα έκρινε η εφετειακή απόφαση- βλέπουν εδώ και δεκαετίες την περιουσία τους, από την οποία έχουν αποξενωθεί χωρίς να τους έχει καταβληθεί νόμιμη αποζημίωση ή άλλο τίμημα κατά τις διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος, να έχει περιέλθει στην πλήρη εξουσία και εκμετάλλευση των δημοτικών αρχών της περιοχής, οι οποίες πραγματοποιούν σημαντικά κέρδη ετησίως από την πολιτιστική και αθλητική εκμετάλλευση του χώρου που το Εφετείο έκρινε ότι τους ανήκει.

Και ανάμεσά τους, οι οικείες δημοτικές αρχές και το ελληνικό Δημόσιο, που αφ’ ενός δεν αξιοποίησαν ποτέ τη δυνατότητα νόμιμης μετατροπής του χώρου σε δημοτικό άλσος αφήνοντας την απαλλοτριωτική διαδικασία του 1977 να παρέλθει άπρακτη και, τελικά, να ανακληθεί, και αφ’ ετέρου θεώρησαν εσφαλμένα ως δεδομένο και απρόσβλητο το σκεπτικό της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που τους δικαίωνε πρωτοδίκως, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστούν από το περιεχόμενο της εφετειακής αποφάσεως που έκρινε εντελώς αντίθετα, ανατρέποντας το έως τώρα καθεστώς ιδιοκτησίας και διαχείρισης του χώρου.

Όπως άλλωστε ευθέως καταγγέλλεται, με βάση τα δημοσιεύματα στον Τύπο όλων αυτών των κρίσιμων μηνών, που ακολούθησαν την έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου, οι δημοτικές αρχές προφανώς και γνώριζαν, όλα αυτά τα χρόνια, τη δικαστική διαμάχη στην οποία εμπλέκονταν για τη διεκδίκηση του χώρου καθώς και την ανάκληση της απαλλοτριώσεως λόγω μη καταβολής εκ μέρους τους των νομίμων αποζημιώσεων, που ματαίωσε -ήδη από το 1979- τη νόμιμη διαδικασία αξιοποίησης του χώρου ως δημοτικού άλσους με χρήσεις αστικού πρασίνου και αναψυχής. Οι δύο δήμαρχοι (Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού) επικαλούνται επανειλημμένα ότι η επίμαχη έκταση ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τους τη μεταβίβασε, και ότι η απόφαση του Εφετείου είναι γι’ αυτούς ανεξήγητη και πως είναι αποφασισμένοι ν’ αξιοποιήσουν κάθε ένδικο μέσο για να την ανατρέψουν, προκειμένου να παραμείνει η περιοχή στην κυριότητα του Δημοσίου έχοντας τις χρήσεις πολιτισμού, αθλητισμού και αναψυχής που ήδη φιλοξενεί. Ωστόσο το γεγονός ότι η έκταση αυτή είχε κατά το παρελθόν (1977) κηρυχθεί απαλλοτριωτέα, προκειμένου να μπορέσει εν συνεχεία να μετατραπεί νομίμως σε κοινόχρηστο χώρο πρασίνου και αναψυχής, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον επικαλούμενο από τους δύο δήμους δημόσιο χαρακτήρα της. Τούτο, υπό την έννοια ότι αν η έκταση ήταν όντως δημόσια, δεν θα προέκυπτε ανάγκη αναγκαστικής απαλλοτριώσεώς της, προκειμένου να επέμβει νομίμως η δημοτική αρχή σε αυτήν για να την αναπλάσει και να την αξιοποιήσει.

Σε τούτο άλλωστε συνηγορεί, όπως δημόσια καταγγέλλεται και είδαμε και πιο πάνω, και το γεγονός ότι και ο ΟΣΚ (Οργανισμός Σχολικών Κτηρίων) προέβη κατά το παρελθόν, σε εξαγορά από τους εν λόγω ιδιώτες μέρους της εκτάσεως της ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να οικοδομήσει σε αυτήν τα υφιστάμενα σήμερα σχολεία της περιοχής. Αξιοσημείωτο ακόμα είναι ότι και στην τοπική Εφημερίδα «Δήμος και Πολιτεία» (τεύχος 13/Ιουνίου 2021, σελ. 12) ξεκάθαρα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Ποτέ δεν ανήκαν στον δήμο Βύρωνα οι διεκδικούμενες από τους ιδιώτες εκτάσεις. Δεν ήταν ποτέ δικές μας και δυστυχώς δεν φροντίσαμε να γίνουν δικές μας όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα σήμερα να ψάχνουμε εναγωνίως -και αρκετά όψιμα- στήριξη από κάθε δυνατή πλευρά».

Παράλληλα, και οι αιτιάσεις που εγείρονται καθ’ όλο το διάστημα των κινητοποιήσεων ότι είναι απαράδεκτη η εκ μέρους του δικαστηρίου επίκληση της νομοθεσίας των Οθωμανών για τη θεμελίωση της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων ιδιωτών στον χώρο με βάσει το σκεπτικό της εφετειακής αποφάσεως, δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να ευσταθούν, δεκτού γενομένου από τη θεωρία και την πράξη του δικαίου, ότι -είτε το θέλουμε είτε όχι- η οθωμανική νομοθεσία ήταν η μόνη ισχύουσα κατά τη σύσταση του νέου Ελληνικού κράτους, προκειμένου να περιγράψει με κάποια ασφάλεια την αληθή κατάσταση της ιδιοκτησίας εκάστου πολίτη και του ίδιου του Ελληνικού δημοσίου τότε, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο κάθε περιοχή της ελληνικής Επικράτειας κατέστη μέρος αυτής μετά την απελευθέρωσή της. Άλλωστε οι αιτιάσεις αυτές αποκτούν εν μέρει και χαρακτήρα υποκριτικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το 2016, είχε ομοίως θεμελιώσει την κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων εκτάσεων επίσης επί τη βάσει του Οθωμανικού δικαίου, πλην όμως τότε -επειδή προφανώς η πρωτόδικη απόφαση ήταν ευνοϊκή για τους δύο Δήμους και για το Δημόσιο- δεν είχαν εγερθεί ανάλογες αντιρρήσεις τους όσον αφορά την επίκληση της Οθωμανικής νομοθεσίας!

5. Η απόφαση 4891/2020 του Εφετείου Αθηνών                                                          

Η έφεση των ιδιωτών – φερομένων ως ιδιοκτητών της επίδικης εκτάσεως ασκήθηκε κατά της οριστικής αποφάσεως 715/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν εκτιμήσεως των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί κατ’ επιταγή των υπ’ αριθ. 7346/2005 και 8473/2009 προδικαστικών (μη οριστικών) αποφάσεων, ύστερα από νόμιμη επανάληψη της δίκης που είχε διακοπεί λόγω θανάτου των αρχικών εναγόντων, έγινε δεκτή η έφεση των εκκαλούντων και με την υπ’ αριθ. 4891/2020 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτό ότι οι εκκαλούντες είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα στην έφεση ποσοστά, πέντε (5) ακινήτων στην επίδικη περιοχή. Το δε δικαίωμα συγκυριότητάς τους απέκτησαν, κατά την εφετειακή απόφαση, παραγώγως, δυνάμει των επικαλουμένων νομίμως μεταγεγραμμένων τίτλων, καθώς και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ’ αυτών τις μνημονευόμενες διακατοχικές πράξεις, με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο από το 1860, συνυπολογίζοντας στη δική τους νομή και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Ισχυρίστηκαν ακόμα οι εκκαλούντες ότι κατά τα έτη 1984 και 1986, οι εφεσίβλητοι Δήμοι Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού, κατέλαβαν τμήματα των ακινήτων τους, τους απέβαλαν από τη συννομή τους και αμφισβητούν τη συγκυριότητά τους, ζήτησαν δε να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους στα επίδικα ακίνητα.

Επ’ αυτών οι εκκαλούμενοι Δήμοι και το παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκαν ότι δικαίωμα χρήσεως των επιδίκων ακινήτων παραχωρήθηκε σε αυτούς από τον αληθή κύριο, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο καθώς και ότι τα επίμαχα γεωτεμάχια είναι δημόσιες δασικές εκτάσεις οι οποίες περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου: α) δυνάμει της από 9ης Ιουλίου 1932 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3ης Φεβρουαρίου 1830, 4ης/16ης Ιουνίου 1830 και 19ης Ιουνίου/1ης Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως β) ως εγκαταλελειμμένα από τους Οθωμανούς και καταληφθέντα και δημευθέντα από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, άλλως γ) ως δάση δυνάμει του βδ/τος της 17ης/29ης Νοεμβρίου 1836, άλλως δ) ως βοσκότοποι ή λιβάδια, δυνάμει του βδ/τος της 3ης/15ης Δεκεμβρίου 1833, άλλως ε) ως αδέσποτα κατ’ άρθρο 16 του βδ/τος της 10ης Ιουλίου 1837, άλλως στ) με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.


Ο χώρος των αθλητικών εγκαταστάσεων

Από τον συνδυασμό της ως άνω επικληθείσας νομοθεσίας και των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) το δικαστήριο έκρινε ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί και επί εθνικών δασών, εφ’ όσον η τριακονταετής νομή επ’ αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915. Εφ’ όσον όμως έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915 ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή σε σχέση με την κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 3 του α.ν. 1539/1938 και 16 του α.ν. 192/1946, επαναλήφθηκαν δε σε εκείνη του άρθρου 58 του νδ/τος 86/1969 «περί Δασικού Κώδικος», με τις οποίες ορίζεται ότι νομέας σε δημόσια κτήματα θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε σε αυτά καμία πράξη νομής και ότι μόνον η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων, λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ποτέ ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και ότι η νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευσή τους ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση σχετική άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής. Ούτε επίσης ασκεί επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας», με την οποία ορίζεται ότι: «Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ’ ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ’ αυτώ ύπαρξη του δικαιώματός του» και πολύ περισσότερο η κατ’ άρθρο 191 του νδ/τος 86/1969 απόφαση του νομάρχη με την οποία κηρύσσεται η εκάστοτε έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης εκτάσεως εξακολουθεί να παραμένει κύριος αυτής και μετά την τυχόν κήρυξή της ως αναδασωτέας (ΑΠ 7/2019, 639/2016).

Περαιτέρω, η εφετειακή απόφαση δέχτηκε ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική, αλλ’ ήταν «ανέκαθεν γεωργούμενη, καλλιεργήσιμη ή χέρσα, χωρίς άγρια δασική βλάστηση». Από τις δε σχετικές αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1939, 1945 και 1960 που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, προέκυψε ότι κατά το έτος 1937 η επίδικη έκταση ήταν ως επί το πλείστον βραχώδης, καλυπτομένη από χαμηλή βλάστηση από ασφάκες, θυμάρια, αγριόχορτα, αποτελούσα χορτολιβαδική έκταση, ιδίως δε στην πλευρά του γηπέδου Ε όπου φύονταν αραιοί, χαμηλοί πρίνοι, των οποίων η συγκόμωση δεν υπερέβαινε το 15%. Για τον λόγο αυτό έκρινε το δικαστήριο ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν είχαν κατά τον χρόνο εκείνο μορφή δάσους ή δασικής εκτάσεως. Τα ίδια συμπεράσματα έκρινε το Εφετείο ότι αντλούνται και από την εξέταση των αεροφωτογραφιών του έτους 1939.

Περαιτέρω δε, το εφετείο δέχτηκε ότι και κατά τα έτη 1945 και 1960 τα επίμαχα εδάφη στερούνταν δασικής βλαστήσεως, δηλαδή των βασικών δασοπονικών ειδών της ελάτης, της πεύκης, του πλατάνου, της οξιάς, της καστανιάς, της δρυός και του σκλήθρου, ενόσω δεν περικλείονται από δασικές εκτάσεις αλλά σε επαφή με αυτά αναπτύσσεται ο οικιστικός ιστός των δήμων Βύρωνα, Υμηττού και Ηλιουπόλεως Αττικής. Αλλά και από την τοπογραφική ερμηνεία του ιστορικού χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ο οποίος εκπονήθηκε εγγύς του παλαιού τίτλου 449/1860, κατά τα έτη 1875-1877 από τον Kaupert, διαπιστώθηκε, κατά την εφετειακή απόφαση, ότι στις θέσεις των επιδίκων και πέριξ αυτών δεν υπάρχουν τα τοπογραφικά σύμβολα του δάσους, της λόχμης, του λειμώνος και του καλαμώνος. Συμπεραίνεται επομένως, κατά το εφετείο, ότι «τα επίδικα εδάφη είχαν ανέκαθεν χαρακτήρα γεωργουμένων ή βραχωδών εκτάσεων». Μόνη δε η χορτολιβαδική βλάστηση δεν μπορεί κατά το δικαστήριο, ενόψει των ανωτέρω, να προσδώσει στις επίδικες εκτάσεις δασικό χαρακτήρα, εφ’ όσον δεν περικλείονται από δάσος ή δασική έκταση οπότε θα υπάγονταν στη δασική νομοθεσία κατ’ άρθρο 3 παρ. 3 (4) του ν. 998/79, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αλλά και η ύπαρξη ισχνής δασικής βλαστήσεως αραιών πρίνων κρίθηκε από το Εφετείο ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα (βλ. σχετ. ΔΕφΑθ 10/2019).

Επίσης κρίθηκε με την εφετειακή απόφαση ότι από τη συνδυαστική εξέταση των αεροφωτογραφιών και των τοπογραφικών χαρτών του Kaupert και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ), που προσκομίστηκαν, διαπιστώθηκε ότι ο λόφος Κοπανά δεν αποτελεί συνέχεια προς δυσμάς του όρους Υμηττού, αλλ’ ανέκαθεν αποτελούσε ανεξάρτητο λόφο, μεταξύ τους δε παρεμβάλλονται το ρέμα και οι οικισμοί Καρέα, Ζωοδόχου Πηγής, Αναπηρικά Ζωοδόχου Πηγής και ο λαϊκός τομέας του Δήμου Ηλιουπόλεως. Αλλά και από τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων και άλλα προσκομισθέντα στην εφετειακή δίκη κρίσιμα έγγραφα προκύπτει, κατά τη δευτεροβάθμια απόφαση, ότι ο λόφος Κοπανά κείται πέραν των ορίων των εκτάσεων του Δημοσίου στην περιοχή, καθώς επίσης και ότι ουδέποτε είχε δασικό ή αναδασωτέο χαρακτήρα.


Από τις κινητοποιήσεις της Συντονιστικής Επιτροπής συλλόγων και φορέων

Η κρίση ωστόσο ότι η επίμαχη έκταση δεν είναι δάσος ή δασική, επλήγη, κατά την εφετειακή απόφαση, το έτος 2002, οπότε κατετέθησαν σχετικές αντιρρήσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, στηριχθείσες σε σχετική εισήγηση του δασαρχείου Πεντέλης,  με τις οποίες υποστηρίχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δασικές εκτάσεις καθ’ όσον στις αεροφωτογραφίες των ετών 193 και 1960 παρουσιάζουν φρυγανώδη βλάστηση καθώς και άτομα αειφύλλων – πλατυφύλλων, ενώ επίσης η έκταση είναι και αναδασωτέα δυνάμει της υα 108424/1934 «περί αναδασώσεως της Αττικής» (Β’ 134). Επ’ αυτού, ωστόσο, το Εφετείο έκρινε ότι δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί ο δασικός χαρακτήρας των επιδίκων εκτάσεων, καθ’ όσον οι μεν ως άνω αντιρρήσεις δεν είχαν ακόμα συζητηθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, οπότε η αρχική θέση -την οποία υιοθετεί και το δικαστήριο- δεν έχει ακόμα κλονισθεί. Η δε κήρυξη της εκτάσεως αναδασωτέας δυνάμει της υα 108424/1934 αφ’ ενός μεν δεν συναρτάται με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της εκτάσεως, αφ’ ετέρου δε η επίδικη έκταση ως ανήκουσα σε ιδιώτες και ως έχουσα επ’ αυτής βιομηχανική (λατομική) δραστηριότητα, εξαιρείται της αναδασώσεως κατά την ως άνω υπουργική απόφαση. Περαιτέρω δε, η τυχόν κήρυξη ορισμένης εκτάσεως αναδασωτέας δυνάμει της υα 108424/1934, δεν συνεπάγεται τον αυτόματο χαρακτηρισμό της ως αναδασωτέας, δεκτού γενομένου ότι εξ αιτίας του εξαιρετικά παρωχημένου χρόνου της κηρύξεως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής με την εν λόγω υπουργική απόφαση του 1934, προαπαιτείται επανεκτίμηση της καταστάσεως, η οποία εν προκειμένω δεν έχει συντελεστεί (ΣτΕ 2208/2011, 4644/2011, ΕΔΔΑ απόφαση της 10.4.2003 Παπασταύρου κ.λπ. κ/ Ελλάδος κ.ά.). Ωστόσο, όταν το 1981 συνετάγησαν οι πρώτοι προσωρινοί κτηματικοί χάρτες μετά των οικείων μητρώων ιδιοκτησίας (ν. 248/76) των περιοχών Βύρωνος, Υμηττού και Ηλιουπόλεως, συμπεριελήφθη -εν μέρει στην κτηματική μονάδα Βύρωνος και εν μέρει στην κτηματική μονάδα Υμηττού- και ο επίδικος λατομικός χώρος, χαρακτηριζόμενος ως «δημόσια δασική έκταση».

Εν όψει όλων αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι οι επιχειρούμενοι να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση ισχυρισμοί του εκκαλουμένου ελληνικού Δημοσίου είναι αβάσιμοι. Αντιθέτως, τα επίδικα ακίνητα, έχοντας τη γεωμορφολογική διάπλαση που περιγράφεται στην απόφαση, περιήλθαν στην κυριότητα των εκκαλούντων κατά πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη και τακτική χρησικτησία, δεκτού γενομένου ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους τα νέμονταν, με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως, για περισσότερο από τριάντα έτη έως την 11.9.1915 και εξακολουθούσαν να τα νέμονται με τα ίδια προσόντα, προσμετρώντας και τον διαδραμόντα χρόνο των ανωτέρω, έως και το 1984.

Δέχεται περαιτέρω η εφετειακή απόφαση ότι οι εκκαλούντες εξακολουθούσαν να εκμεταλλεύονται τον χώρο των λατομείων «Εργάνη» με την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητά τους νόμιμα και ότι ήταν μοναδικοί συγκύριοι σε αυτά, περιέφραξαν τον χώρο, εκμίσθωσαν την επιχείρηση στα λατομεία «Εργάνη» και εγκατέστησαν μηχανολογικό εξοπλισμό, το δε ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε, ως το 1984, κατέλαβε τη νομή τους ούτε άσκησε διακατοχικές πράξεις σε αυτά. Απεναντίας, αναγνωρίζοντας επανειλημμένα την κυριότητα των εκκαλούντων στις επίδικες εκτάσεις, χορήγησε σε αυτούς τις απαιτούμενες άδειες για επιχωματώσεις μετά την παύση της λειτουργίας του λατομείου, επέβαλε σε βάρος των επιδίκων ακινήτων αναγκαστικές κατασχέσεις και υποθήκες, επιπλέον δε το 1979, αγόρασε, διά του ΟΣΚ, μέρος των επιδίκων εκτάσεων και το 1996 απαλλοτρίωσε επίσης μέρος αυτών, υπέρ και με δαπάνες του ΟΣΚ για την ανέγερση σχολικών κτηρίων και εγκαταστάσεων. Τα δε πέντε (5) επίδικα γήπεδα ουδέποτε αποτελούσαν, κατά την απόφαση, δημόσιο κτήμα ή δασική έκταση.



Όπως επίσης έγινε δεκτό από το Εφετείο, μετά την πάροδο 20 ετών από το 1953, οπότε όλα τα νυν επίδικα ακίνητα ενοποιήθηκαν, δηλαδή από το 1973, αυτά περιήλθαν στην κυριότητα των εκκαλουμένων ή των δικαιοπαρόχων τους. Παρά ταύτα, τον Ιανουάριο του έτους 1984, ο εφεσίβλητος Δήμος Υμηττού (νυν Δάφνης – Υμηττού), εισήλθε αυθαίρετα στην εν λόγω έκταση, καταλαμβάνοντας παράνομα τμήματα των επιδίκων γηπέδων, διενεργώντας διακατοχικές πράξεις και αποβάλλοντας τους συγκυρίους. Με τη χρήση μηχανημάτων και εργατών οι δημοτικές αρχές του δήμου Υμηττού ισοπέδωσαν τα επίδικα γήπεδα, διάνοιξαν οδούς, φύτευσαν δέντρα και προέβησαν σε διαμόρφωση μέρους των γηπέδων σε γήπεδο ποδοσφαίρου. Οι εκκαλούντες ιδιοκτήτες ζήτησαν, κατά την απόφαση, τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων, οπότε εξεδόθη η απόφαση 23/1984 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίστηκαν οι αιτούντες ως αληθινοί συγκύριοι των επιδίκων εκτάσεων, ενώ διατάχτηκε και η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Η απόφαση επικυρώθηκε με την απόφαση 82/1984 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο δε Δήμαρχος Υμηττού, ο Αντιδήμαρχος και ο φύλακάς του καταδικάστηκαν πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών έκαστος. Την 20ή Απριλίου 1986 εισήλθε στην έκταση και ο Δήμος Βύρωνα, ο οποίος με μηχανήματα και εργατικό προσωπικό προέβη σε ισοπεδώσεις του εδάφους και στην αποβολή των συγκυρίων, που άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η οποία έγινε δεκτή με την απόφαση 57/1986 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση 23/1987 του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών.

Ωστόσο ούτε ο Δήμος Βύρωνα συμμορφώθηκε με την απόφαση και τη διαταχθείσα υποχρέωση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Μετά δε και από νέα αίτηση των εκκαλούντων, διετάχθη η βίαιη αποβολή του δήμου Υμηττού από την έκταση, πλην εκείνος εξακολούθησε να αδιαφορεί. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι από το σύνολο της ενώπιόν του διαδικασίας απεδείχθη, ότι το ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε υπήρξε κύριος των επιδίκων εκτάσεων, ούτε οι εφεσίβλητοι δήμοι απέκτησαν ποτέ δικαίωμα ικανό ν’ αντιταχθεί στο δικαίωμα συγκυριότητας των εκκαλούντων. Μετά δε από αυτοψία που διενήργησαν στον χώρο υπάλληλοι της Πολεοδομίας Αθηνών, διαπιστώθηκε ότι οι δύο ως άνω δήμοι είχαν κατασκευάσει στο χώρο αμφιθέατρο (κερκίδες θεατών) χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια και διατάχθηκαν να διακόψουν τις εκτελούμενες εργασίες. Έκρινε δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι οι δύο δήμοι γνώριζαν ότι είχαν την υποχρέωση, με βάση τις ως άνω εισαγγελικές αποφάσεις, ν’ αποδώσουν τα επίδικα ακίνητα στους εκκαλούντες, πλην όμως όχι μόνο δεν έπραξαν αυτό αλλ’ αυθαιρέτως προέβησαν στην κατασκευή των εν λόγω έργων και εγκαταστάσεων θεάματος και αθλητισμού.

6. Σκέψεις και συμπεράσματα

Αναμφίβολα η απόφαση 4891/2020 του Εφετείου Αθηνών σηματοδοτεί μία αρνητική και  αντικοινωνική εξέλιξη σε βάρος των κατοίκων των δήμων Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού, αλλά και σε βάρος όλων των κατοίκων του αττικού λεκανοπεδίου, για το οποίο η ύπαρξη πνευμόνων πρασίνου και αναψυχής είναι καίριας και ζωτικής σημασίας. Έρχεται δε να προστεθεί στις ήδη επαχθέστατες συνέπειες για το περιβάλλον της Αττικής που δημιουργεί συστηματικά, καθ’ όλα τα τελευταία χρόνια, η εντεινόμενη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής ως αποτέλεσμα των έντονων οικιστικών πιέσεων, της άναρχης δόμησης και της συρρίκνωσης των ελευθέρων κοινοχρήστων χώρων και του αστικού και περιαστικού πρασίνου.

Οι ευθύνες κυβερνήσεων και δημοτικών αρχών είναι προφανείς, όσο και εάν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, κυρίως όσον αφορά την ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του χώρου, λόγω μη καταβολής -επί μία ολόκληρη 20ετία- στους δικαιούχους των αποζημιώσεων για τη στέρηση της ιδιοκτησίας τους. Με τον τρόπο αυτό ματαιώθηκε όμως η διαδικασία νόμιμης απόκτησης εκ μέρους του Ελληνικού δημοσίου των επιδίκων εκτάσεων, προκειμένου εν συνεχεία να παραχωρηθούν προς τους ενδιαφερομένους δήμους για την περαιτέρω νόμιμη αξιοποίησή τους ως χώρων πρασίνου και αναψυχής του κοινού, που παρακολουθεί έκπληκτο και απορημένο τις εξελίξεις.

Αλλά και έκτοτε καμία δημοτική αρχή δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη νόμιμη νομοθετική ή διοικητική διαδικασία, προκειμένου να λυθεί οριστικά το θέμα και να περιέλθει η έκταση στην κυριότητα του Δημοσίουσύμφωνα με τον νόμο. Αντιθέτως, όλες οι δημοτικές αρχές είτε αδράνησαν συστηματικά θεωρώντας πως η πρωτόδικη απόφαση θα έμενε για πάντα απρόσβλητη και το σκεπτικό της δεν θα κλονιζόταν ποτέ, παρ’ όλο που γνώριζαν ότι οι φερόμενοι ως ιδιόκτητες ουδέποτε σταμάτησαν να διεκδικούν την ιδιοκτησία τους στην περιοχή των Νταμαριών Κοπανά, είτε προέβησαν συστηματικά σε διαδικασίες που ασκούσαν πιέσεις για την περιέλευση του χώρου στο Δημόσιο, χωρίς ωστόσο την κάλυψη του νόμου, με τη διενέργεια καταλήψεων, την εκτέλεση έργων και την ανέγερση εγκαταστάσεων χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια των αρμοδίων αρχών και αρνούμενες συστηματικά να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο αποφάσεων των δικαστικών αρχών που τις υποχρέωναν να απέχουν από τις ενέργειές τους αυτές και ν’ αποδώσουν τον χώρο στους δικαιούχους του αποκαθιστώντας τον στη μορφή που είχε προ των επεμβάσεών τους.


Οι αθλητικές και θεατρικές εγκαταστάσεις στο λόφο Κοπανά

Η απόφαση του Εφετείου Αθηνών δικαιώνει τους φερομένους ως ιδιοκτήτες της εκτάσεως των λατομείων Κοπανά, αναφέροντας μάλιστα ρητά πως η πρωτόδικη απόφαση είχε περιπέσει σε εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε διαμετρικά αντίθετο διατακτικό από την εφετειακή. Μετά και από τις εξελίξεις αυτές, πληθαίνουν καθημερινά οι φωνές που καταγγέλλουν ότι οι δημοτικές αρχές της περιοχής έχουν τεράστιες ευθύνες για τον τρόπο με τον όποιο χειρίστηκαν, επί δεκαετίες, το σοβαρό αυτό ζήτημα για την πόλη και τους κατοίκους της και μάλιστα ερήμην τους και εν αγνοία τους, αφού κανένας από τους δύο δήμους δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να ενημερώσει επίσημα σχετικά με τις εξελίξεις, αλλά και με τους χειρισμούς τους στο εν λόγω θέμα. Ακόμα και δημοτικοί σύμβουλοι στον Δήμο Βύρωνα έχουν καταγγείλει δημόσια, ότι ούτε και αυτό το δημοτικό συμβούλιο ενημερωνόταν δεόντως για το ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και τώρα, δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες που παρέχει η νομοθεσία για την εξεύρεση μίας σύμφωνης με το δίκαιο και τη νομιμότητα λύσεως στο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί, ενδεχομένως με την επανεπιβολή της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως της επίδικης εκτάσεως των λατομείων, είτε με την εξαγορά τους εκ μέρους του ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση που οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες του χώρου δικαιωθούν και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Άλλωστε, όπως συχνά υποστηρίζεται, στη δημοκρατία δεν υπάρχουν -και δεν πρέπει να υπάρχουν- αδιέξοδα.

Ομοίως θα πρέπει να είναι σεβαστό από όλους, σε κάθε στάδιο οποιωνδήποτε ενεργειών και αποφάσεων υιοθετηθούν τυχόν στο μέλλον για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ότι η ιδιοκτησία του ατόμου συνιστά επίσης δικαίωμα και μάλιστα συνταγματικά κατοχυρωμένο στο άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως ακριβώς είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο κατ’ άρθρο 24, και το δικαίωμα του ανθρώπου να αναπτύσσεται και να διαβιεί σε ένα οικολογικά ισόρροπο, αρμονικό και ασφαλές περιβάλλον -φυσικό, οικιστικό και πολιτιστικό.

Το γεγονός ότι η υπόθεση ήδη εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου για νέα νόμιμη εξέτασή της κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως των δημοτικών αρχών, δεν μας επιτρέπει να προβούμε ούτε σε υποθέσεις ούτε σε εξαγωγή συμπερασμάτων -πέρα από όσα έχουν ήδη λεχθεί δημόσια για την υπόθεση του καθεστώτος ιδιοκτησίας και διαχείρισης του λόφου Κοπανά και του Θεάτρου Βράχων, προκειμένου απρόσκοπτα η Δικαιοσύνη να επιτελέσει το έργο της. Ευχή όλων είναι να βρεθεί και να επικρατήσει η λύση στο πρόβλημα που θα υπηρετήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τόσο την τήρηση της νομιμότητας και την προάσπιση των δικαιωμάτων των όποιων δικαιούχων, όσο και τη συνέχιση της λειτουργίας της επιδίκου εκτάσεως ως κοινοχρήστου χώρου πρασίνου, πολιτισμού και αναψυχής, που τόση ανάγκη τον έχουν οι κάτοικοι της περιοχής των δήμων Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού αλλά και ολόκληρου του λεκανοπεδίου της Αττικής.

Πηγές:

– «Τα προβλήματα του Υμηττού στη θέση του Βύρωνα», σε: prwtobouliabyrwna.blogspot.com

– Ίδρυμα Πολιτισμού και Εκπαίδευσης «Ανδρέας Λεντάκης», «Η αληθινή Ιστορία του Θεάτρου Βράχων “Μελίνα Μερκούρη” και του Φεστιβάλ», σε: ledakis.gr

– Σοφία Ε. Παυλάκη, «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο. Νομοθετικό πλαίσιο – Νομολογία», εκδ. Νομόραμα.ΝΤ, Αθήνα 2019, σελ. 314 επ.

– Δημήτρης Χατζηστέλιος, «Το Θέατρο Βράχων στα χέρια ιδιωτών», σε: vironas.gr

– Σοφία Παυλάκη, «Πρωτότυπη κτήση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε δάση και λιβάδια της επικράτειας – Η έννοια της καλόπιστης νομής στη χρησικτησία και το καθεστώς των τσιφλικιών στην Αττική με αφορμή την υπόθεση του κτήματος Καρά», σε: dasarxeio.com

– Μαρία Λιλιοπούλου, «Θέατρο Βράχων: Αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο κατέθεσαν οι δήμαρχοι Βύρωνα και Δάφνης – Υμηττού». Στόχος η αναίρεση απόφασης του Εφετείου που παραχωρεί την έκταση σε ιδιώτες», σε: ethnos.gr

– Ηλέκτρα Βισκαδουράκη, «Θέατρο Βράχων – Βράχος πολιτισμού και όχι ιδιωτών», σε: avgi.gr

– «Δήμοι Βύρωνα – Υμηττού: Έκταση του λόφου Κοπανά με δικαστική απόφαση περνά σε ιδιώτες», σε: zoipress.gr

– Κυριάκος Νασόπουλος, «Βύρωνας: Το Θέατρο Βράχων και τα «νταμάρια» σε ιδιώτες – Αντιδρούν δυναμικά οι κάτοικοι», σε: topontiki.gr

– «Το ιστορικό Θέατρο Βράχων οδεύει στα χέρια ιδιωτών», σε: thefaq.gr

– Γιώτα Τέσση, «Αρπάζουν γη, θέατρα και γήπεδα με… χρυσόβουλα», σε: efsyn.gr

– «Πάλαι ποτέ στο Βύρωνα», σελίδα και ομάδα στο fb, σε: facebook.com/PalaiPoteStoVirona

– «Ομόφωνη στήριξη της Περιφέρειας Αττικής στο αίτημα για το δημόσιο χαρακτήρα της περιοχής των Θεάτρων Βράχων», σε: vironas.gr

– Εφημερίδα «Δήμος και Πολιτεία», τεύχος 13/Ιούνιος 2021, σελ. 12, σε: dimoskaipoliteia.gr

– «Στηρίξτε το αίτημα του Δήμου Βύρωνα να παραμείνει στο δημόσιο η περιοχή των Θεάτρων Βράχων», σε: secure.avaaz.org

– «Ψήφισμα: Τα Θέατρα Βράχων είναι και πρέπει να και πρέπει να παραμείνουν Δημόσια», σε: secure.avaaz.org

– «Ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Βύρωνα υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα του Λόφου Κοπανά», σε: vironas.gr

– «Η Καισαριανή στο πλευρό των Δήμων Βύρωνα και Δάφνης Υμηττού για τη δικαστική διένεξη στο Θέατρο Βράχων», σε: amarysia.gr

– «Θέατρο Βράχων: “Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία”», σε: ieidiseis.gr 

Πηγή: Σοφία Ε. Παυλάκη, Νομικός - dasarxeio.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου