ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤH ΣΕΛΙΔΑ: ΔΑΦΝΟΥΛΑ - ΥΜΗΤΤΟΥΛΗΣ

Subscribe Us

25 Δεκεμβρίου 2021

Τζιβελέκας «Ετοιμαζόμουν να υπογράψω τον Τάρπλεϊ, όταν έπεσα σε... στρώμα από κουτάκια μπύρας!»

Η ζωή του μοιάζει με παραμύθι. Από τα γαλακτοπωλεία του κέντρου της Αθήνας στα οποία εργαζόταν ως μαθητής Λυκείου για το καλοκαιρινό χαρτζιλίκι, στα μεγάλα σαλόνια του ελληνικού μπάσκετ ως ιδιοκτήτης μίας από τις πιο ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενης επιχείρησης στον τομέα της ζαχαροπλαστικής.

Υπάρχει άραγε μπασκετάνθρωπος που να μην έχει γευτεί με την σέσουλα τα εκλεράκια, τα σου και τα ταρτάκια του ομώνυμου ζαχαροπλαστείου;

Από χορηγός στην συνοικιακή ομάδα της Δάφνης, πρόεδρος και ιδιοκτήτης της «κιτρινόμαυρης» ΚΑΕ αλλά και συνδαιτυμόνας με μερικούς από τους κολοσσούς Έλληνες επιχειρηματίες στο ΔΣ του ΕΣΑΚΕ, έως και για 24 ώρες συνέταιρος με τον Σωκράτη Κόκκαλη.

Από την εκτόξευση της δουλειάς και τις υπερβολικές (από αφέλεια αλλά και από άγνοια του χώρου) σπατάλες στην δεκαετία του '90 και στην πρώτη του 21ου αιώνα, έως την ισόβια κάθειρξη και την παραμονή στην φυλακή για περίπου ενάμιση χρόνο, για οφειλές εταιρειών (που εμφανίζονταν ως δικές του) στο Δημόσιο.

Από το 1985 μέχρι και σήμερα, σε όλη αυτή την σχεδόν 35χρονη διαδρομή, ο κοινός παρονομαστής είναι η ανιδιοτελής αγάπη του για την ομάδα μπάσκετ της Δάφνης, την οποία χαρακτηρίζει ως «κόρη του» και «τρίτο του παιδί». Αλλά και ο αγνός και δοτικός του χαρακτήρας, που τον έκανε αγαπητό σε όλους όσοι τον γνώριζαν.

Κύριες και κύριοι, φίλες και φίλοι, ο Κώστας Τζιβελέκας σε μία σπάνια, ανατρεπτική και αποκαλυπτική εξομολόγηση γύρω από όλα όσα έζησε και συνεχίζει να ζει στο ελληνικό μπάσκετ. Μία συνέντευξη στην οποία δεν άφησε τίποτε αναπάντητο και μία συζήτηση, που αν δημοσιευόταν αυτούσια, θα πυροδοτούσε βόμβα μεγατόνων!

Το ασύλληπτο χρέος του Ερασιτέχνη που επωμίστηκε. Τα λάθη που έκανε και οι «μπανανόφλουδες» που πάτησε. Το ανέκδοτο περιστατικό με τον Ρόϊ Τάρπλεϊ, που τον γλίτωσε από ένα συμβόλαιο. Τα «παπατζιλίκια» του Βλάντο Τζούροβιτς, η συνεργασία με τον Θοδωρή Παπαλουκά, και η «ωραία τρέλα» του Γιάννη Γκαγκαλούδη.

Το “deal” με τον Σωκράτη Κόκκαλη, το τηλεφώνημα-σοκ του Μάκη Ψωμιάδη για την υπόθεση της συγχώνευσης της Καβάλας με το Πανόραμα, ο θρυλικός “Γάιδαρος”, η ατάκα που του έλεγε συχνά-πυκνά ο Θανάσης Γιαννακόπουλος, η δικαστική περιπέτεια, η ισόβια κάθειρξη και το διάστημα στην φυλακή.

Όλα αυτά και άλλα πολλά στις 4708 λέξεις που ακολουθούν... Μία ζωή ολόκληρη με την υπογραφή του brand name “Δάφνη”....

Να ξετυλίξουμε το κουβάρι από την αρχή. Πως άρχισε η σχέση σου με την Δάφνη;

«Ήταν στις αρχές προς τα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν πρωτοήρθα στην Δάφνη και ξεκίνησα την επιχειρηματική μου δραστηριότητα σε ηλικία 18 ετών. Μέσα από σκληρή προσπάθεια και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, καταφέραμε να ανεβάσουμε πολύ ψηλά το επίπεδο των πωλήσεων. Τότε με προσέγγισαν οι παράγοντες του συλλόγου να τους βοηθήσω αρχικά μέσω χορηγίας. Πολύ γρήγορα και λόγω του ανταποδοτικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης παροχής αλλά και επειδή είμαι πολύ δοτικός σαν άνθρωπος, άρχισα να παίρνω πολύ ζεστά αυτή την συνεργασία, μέχρι που μου έγινε η πρόταση να αναλάβω την διοίκηση της ομάδας.»

Με το γλυκό ασχολιόσουν από παιδάκι;

«Από μικρός δούλευα τα καλοκαίρια στα ζαχαροπλαστεία για χαρτζιλίκι, κι επειδή ο πατέρας μου που είχε μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση με γαλακτοκομικά προϊόντα, έβλεπε ότι πιάνουν τα χέρια μου με τα γλυκά, πήραμε την απόφαση και ανοίξαμε ένα μικρό γαλακτοπωλείο. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε να γίνουμε επιχειρηματίες. Πάνω σε αυτό που γνωρίζαμε οικογενειακά. Η δουλειά πήγε από την αρχή πάρα πολύ καλά, εγώ – λόγω χαρακτήρα – ήμουν αγαπητός στην τοπική κοινωνία και ανταπέδιδα σε πολλούς τομείς την επιτυχία της επιχείρησης, οπότε κάπως έτσι άρχισε και η ενασχόλησή μου με τα κοινά της Δάφνης

Τότε η ομάδα μπάσκετ ήταν μεταξύ Α2 και Α1 Κατηγορίας, σωστά;

«Μπράβο! Ήταν η πενταετία 1985-90, που αρχικά ήμουν χορηγός. Με τα χρόνια μπήκα στο διοικητικό συμβούλιο του ΤΑΚ, όπως λεγόταν τότε η ΚΑΕ και μετά από σχεδόν μία δεκαετία, τη σεζόν 1995-96, ανέλαβα την προεδρία της ομάδας, διαδεχόμενος τον Επισκοπόπουλο. Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο σχετικά με το μέγεθος της άθλιας κατάστασης στην οποία βρισκόταν τότε ο σύλλογος. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι επωμίστηκα ένα τεράστιο χρέος προς το Δημόσιο, της τάξεως των 500 εκατομμυρίων δραχμών τότε, το οποίο βάραινε την προηγούμενη διοίκηση.»

Μιλάμε για μισό δις δραχμές, το οποίο πλήρωσες από την τσέπη σου για χρέη που δημιούργησαν άλλοι;

«Ακριβώς! Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αναλάβω όλες αυτές τις υποχρεώσεις με την αποπληρωμή του χρέους και την διοικητική καθοδήγηση της ομάδας, είχα λάβει υποσχέσεις από την τότε δημοτική αρχή, ότι θα σταθεί αρωγός στο πλευρό μου όσον αφορά τουλάχιστον στο χρέος. Και ηθικά αλλά και οικονομικά. Και αυτές μου έδωσαν την απαραίτητη ώθηση για να ασχοληθώ. Κάτι που, βέβαια, δεν έγινε ποτέ!»

Και πως σήκωσες όλο αυτό το βάρος;

«Από την στιγμή που είχα μπει μπροστά για την ομάδα, δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω πίσω. Έκανα κι εγώ λάθη, μη νομίζεις! Θέλεις το νεαρό της ηλικίας, θέλεις ο περήφανος χαρακτήρας μου, το πήρα προσωπικά και άρχισα να μπαίνω σε ρυθμίσεις και να πηγαίνω σε επιτροπές για την μείωση των οφειλών. Αλλά ήταν ένα μεγάλο αγκάθι, που το κουβαλούσα από την πρώτη μέρα μαζί μου.»

Παράλληλα, υπήρχε και η οικονομική στήριξη του αγωνιστικού σχεδιασμού, που είχε υψηλές απαιτήσεις σε εποχές που το ελληνικό πρωτάθλημα ζούσε πιένες...

«Αυτό που το πας; Ανεβήκαμε στην Α1 Κατηγορία με τον Νίκο Τσοσκούνογλου, γίναμε ΚΑΕ και οι υποχρεώσεις εκτοξεύτηκαν. Σκέψου ότι τότε είχα ήδη συμπληρώσει περίπου μία δεκαετία στα διοικητικά της ομάδας και ήμουν μόλις 28 ετών! Η αλήθεια είναι ότι δεν το γνώριζα το αντικείμενο, έκανα λάθη κι έφαγα αρκετές φορές τα μούτρα μου, αλλά η αγάπη μου και το πάθος μου για την Δάφνη, ήταν τα στοιχεία εκείνα που μου έδιναν την δύναμη να συνεχίζω.»


Από το γήπεδο της Δάφνης, ως μέλη της ομάδας, πέρασαν μεγάλες προσωπικότητες. Ποιους ξεχωρίζεις;

«Κατ' αρχήν πάρα πολλοί Έλληνες παίκτες, όπως ο Τζαννής Σταυρακόπουλος και ο Σταύρος Δανιήλ. Από τους ξένους, χαραγμένοι στη μνήμη μου έχουν μείνει ο Μπακ Τζόνσον, ο Μπλου Έντουαρντς, ο Τόνι Ντόουσον και ο Βάσκο Εφθίμοφ. Μπορεί να είχαν άλλες κουλτούρες, αλλά είχαν αφομοιωθεί με την ελληνική πραγματικότητα, αγάπησαν την ομάδα και εκτός από επαγγελματίες παίκτες, ήταν πάνω απ' όλα άνθρωποι. Πως μπορώ να ξεχάσω τον Θοδωρή Παπαλουκά, τον Γιάννη Γκαγκαλούδη ακόμη και τον Ρόι Τάρπλεϊ, παρ' ότι αυτός δεν φόρεσε ποτέ την “κιτρινόμαυρη” φανέλα σε επίσημο παιχνίδι;»

Θα σε ρωτήσω ξεχωριστά για τον Παπαλουκά και τον Γκαγκαλούδη. Από τον συγχωρεμένο τον Τάρπλεϊ τι θυμάσαι;

«Ήταν στα τελειώματά του, τότε που είχε έρθει για τελευταία φορά στην Ελλάδα και πριν παίξει για λίγο καιρό στον Έσπερο. Είχε πολλά προβλήματα με το αλκοόλ, αλλά όταν έμπαινε στο γήπεδο σε άφηνε με στόμα ανοιχτό. Έβαζε την μπάλα στο καλάθι με όποιον τρόπο ήθελε. Είχε έρθει μαζί μας σε ένα τουρνουά στο Ισραήλ και μάλιστα είμαστε έτοιμοι να τον υπογράψουμε.»

Εισέπραξε η ομάδα τον προβληματικό του χαρακτήρα;

«Εγώ προσωπικά πάρα πολύ, γιατί είχαμε έρθει αρκετά κοντά. Με τόσα που είχαμε ακούσει γι' αυτόν και την εξάρτησή του από το ποτό, για να τον τεστάρω τον πλήρωνα με την ημέρα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έπινε! Και μάλιστα η κοπέλα του με είχε συμπαθήσει πάρα πολύ και συνέχεια με ευχαριστούσε για το κίνητρο που του είχα δώσει ώστε να μένει “καθαρός”. Μία μέρα, λοιπόν, με πήρε τηλέφωνο και με τρεμάμενη φωνή με παρακάλεσε να τρέξω στο σπίτι που τους είχαμε νοικιάσει στην Γλυφάδα. Τι να κάνω, φεύγω σφαίρα από την Δάφνη, φτάνω στο διαμέρισμα και χτυπάω μία, χτυπάω δύο, χτυπάω τρεις το κουδούνι και δεν μου άνοιγε κανείς. Άκουγα όμως φωνές και αναγκαστικά, παραβίασα το παράθυρο και όπως πήδηξα μέσα, έπεσα πάνω σε ένα... στρώμα από άδεια κουτάκια μπίρας. Η εικόνα του Ρόι που αντίκρισα, ήταν για λύπηση και κάπως έτσι αντιλήφθηκα ότι δεν γινόταν να τον κρατήσουμε άλλο!»

Από τους προπονητές που πέρασαν από τον πάγκο της ομάδας, ποιους έχει συγκρατήσει;

«Αναμφισβήτητα τον Δημήτρη Πρίφτη, που πέρασε από την Δάφνη ως βοηθός πριν από 20 χρόνια, αλλά και τον Διαμαντή Παναγιωτόπουλο, που ήταν στον Παναθηναϊκό και τώρα είναι assistant-coach του Πασκουάλ στην Ζενίτ. Ο Διαμαντής ήταν δικό μου παιδί και τον είχα προπονητή στην θυγατρική μας ομάδας, τον Κένταυρο. Φαινόταν από τότε ότι θα προοδεύσει. Από 'κει και πέρα, ο συγχωρεμένος ο Νίκος Παύλου που είχε μεγάλη ιστορία στην ομάδα και ήταν παρών στα εύκολα αλλά και στα δύσκολα. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον “δάσκαλο” Νίκο Τσοσκούνογλου, τον Στέργιο Κουφό, τον Βλάντο Τζούροβιτς, τον Κώστα Μίσσα, τον Γιώργο Ζευγώλη, τον Τάκη Κορωναίο, τον Νίκο Χριστοδούλου, τον Κώστα Σορώτο, τον Ντιρκ Μπάουερμαν.»

Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος στη συνεργασία; Και το λέω αυτό γιατί κι εσύ ήσουν ένας διοικητικός ηγέτης που καταπιανόσουν με όλα τα θέματα της ομάδας...

«Εκείνα τα χρόνια που δεν ήξερα και δεν είχα παραστάσεις, δεν επενέβαινα ποτέ στα χωράφια των προπονητών. Πιο πολύ με ενδιέφερε να λειτουργούμε άρτια σε όλους τους υπόλοιπους τομείς. Γι' αυτό και ξοδεύαμε περισσότερα χρήματα από τις υπόλοιπες ομάδες του δικού μας βεληνεκούς. Στην πορεία και με το πέρασμα των χρόνων, άρχιζε σιγά-σιγά να ωριμάζει και η δική μου σκέψη, με αποτέλεσμα τώρα να βλέπω τα πράγματα από τελείως διαφορετική σκοπιά και με μεγαλύτερη σύνεση και υπομονή. Μακάρι σε εκείνο το αρχικό διάστημα της ενασχόλησης μου, να είχα το σημερινό μυαλό και την τωρινή εμπειρία.»

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα άλλαζες τους προπονητές σαν τα πουκάμισα, όπως έκανες για μία περίοδο...

«Συμφωνώ, αλλά δεν πιστεύω ότι ήταν πάντα έτσι γιατί αδικήθηκα αρκετές φορές από τον Τύπο, επειδή δεν έβγαζα τα άπλυτα των “θυμάτων” στην φόρα. Όπως για παράδειγμα με τον Τζούροβιτς. Είχε πάει με την ομάδα για προετοιμασία στο Καρπενήσι (σ.σ: σεζόν 1999-2000) και ξαφνικά παράτησε την αποστολή κι εξαφανίστηκε για προσωπικούς λόγους. Τον παίρναμε τηλέφωνο όλη την ημέρα και ήταν άφαντος. Τελικά με παίρνει αργά το βράδυ και τι μου λέει: “έμπλεξα πρόεδρε, συγγνώμη!”... Του ζητάω να κατέβει αμέσως στην Αθήνα και συναντιόμαστε τα ξημερώματα στον Φλοίσβο, όπου και του λέω ότι θα λύσουμε τη συνεργασία μας. Το δέχεται αδιαμαρτύρητα και μου ζητάει να μην αποκαλύψω τις αιτίες του “διαζυγίου” για ευνόητους λόγους. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην κρατήσω το λόγο μου, όμως την επόμενη μέρα ήμουν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες ότι “έφαγα αδικαιολόγητα τον Βλάντο”... Κατάλαβες σε ποια αδικία αναφέρομαι; Μιλάμε για έναν άνθρωπο με τον οποίο τις Πέμπτες ανεβαίναμε στο ΟΑΚΑ για να δούμε τους αγώνες του Παναθηναϊκού στην Euroleague και στην Κηφισίας, μου έλεγε “άσε με εδώ εμένα για να δω την θεία μου που νοσηλεύεται στο Υγεία”. Και μία ώρα μετά με έπαιρναν τηλέφωνο διάφοροι φίλοι από το καζίνο της Πάρνηθας και μου έλεγαν ότι ο Τζούροβιτς παίζει στο διπλανό τραπέζι...»


Μην νομίζεις ότι ξέχασα τον Παπαλουκά και τον Γκαγκαλούδη...

«Ο Θοδωρής ήρθε στην ομάδα όταν παίζαμε στην Α2 Κατηγορία (σ.σ.: 1997-1998) και μας βοήθησε να πάρουμε την άνοδο. Συνηθίζω να λέω σε πολλά από τα παιδιά των ακαδημιών που τον βλέπουν στις φωτογραφίες με την φανέλα της Δάφνης, ότι πριν από 20 και πλέον χρόνια, ήταν ένα ψιλόλιγνο αμούστακο παιδάκι που ερχόταν στο γραφείο μου και μου έλεγε: “κύριε Κώστα, θα μου πάρετε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια;”. Εκείνο το παιδί, 7-8 χρόνια αργότερα, μετά από σκληρή δουλειά και πολλές θυσίες, έμελλε να ανακηρυχθεί κορυφαίος παίκτης της Ευρώπης.»

Φαινόταν τότε ότι ήταν ένα ξεχωριστό ταλέντο;

«Θα σου πω το εξής: τότε όπως και τώρα αλλά με διαφορετικό τρόπο, μεγάλο ρόλο για την εξέλιξη ενός καλού παίκτη, έπαιζαν οι ατζέντηδες. Ο Παπαλουκάς ήταν τυχερός που ο μάνατζέρ του, ο Βασίλης Ευαγγελινός, τον έστειλε στον Ίβκοβιτς που ήταν στην ΤΣΣΚΑ. Είχε πολλά προσόντα, ήταν δουλευταράς, αλλά αν οι δρόμοι του δεν συνέπιπταν με εκείνους του “Ντούντα”, ίσως να μην έφτανε στα επίπεδα που έφτασε. Το timing έπαιξε καθοριστικό ρόλο.»

Στη σημερινή εποχή, δηλαδή, τι γίνεται με τους ατζέντηδες;

«Τώρα επειδή στην αγορά του μπάσκετ δεν κινούνται τα χρήματα που κινούνταν στις χρυσές εποχές του παρελθόντος, οι μάνατζερ που υπάρχουν δεν μπορούν να συγκριθούν με τα ονόματα με τα οποία συνεργάστηκα εγώ και ασχολούνται και επηρεάζουν νεαρούς αθλητές που παίζουν στο παιδικό και το εφηβικό. Τότε υπήρχαν κολοσσοί, όπως ο Λότσος, ο Παπαδάκης, ο Δελημπαλταδάκης και ο Λυχναράς, οι οποίοι διαμόρφωναν όλο το πάρε-δώσε στην Α1 Κατηγορία.»

Ποια ήταν η δική σου σχέση με τους μάνατζερ και ποια είναι η άποψη που έχεις διαμορφώσει μετά από σχεδόν 30 χρόνια προϋπηρεσίας ως παράγοντας;

«Μακάρι να είχα τότε το μυαλό και τις εμπειρίες που έχω τώρα. Αυτός, βέβαια, είναι ο καθρέφτης της ζωής! Αλλά όταν είσαι πρόεδρος 28 χρονών, πως μπορείς σφηνώσεις μέσα στο μυαλό σου την γνώση που έχει ένας 55άρης;»

Τι διαφορετικό θα έκανες, αν γινόταν αυτό που μόλις περιέγραψες;

«Θα είχα τελείως διαφορετική διαχείριση. Αλλά αυτή είναι η ζωή. Τι να κάνουμε; Δεν γίνεται να πατήσεις ένα κουμπί και να φορτώσεις στον σκληρό δίσκο ενός νέου ανθρώπου, το know how ενός πολύ πιο έμπειρου...»

Κεφάλαιο Γιάννης Γκαγκαλούδης...

«Τον Γιάννη τον πλήρωσα στον συγχωρεμένο τον Γιάννη Σπανό, που ήταν ένας εξαιρετικός παράγοντας στο Παλαιό Φάληρο, κοντά στα 30 εκατομμύρια δραχμές. Στις περισσότερες πρωινές προπονήσεις μου ερχόταν τρώγοντας χάμπουργκερ και πίνοντας coca-cola. Είχε μία δική του φιλοσοφία και μία ωραία τρέλα, τις οποίες έχει διατηρήσει μέχρι και σήμερα που είναι 43 ετών και βλέπω ότι ακόμη βγάζει μάτια στην Α2 Κατηγορία με το Μαρούσι. Έκανε καλή καριέρα, αλλά αν είχε λίγο περισσότερο μυαλό στα νιάτα του και γυμναζόταν λίγο περισσότερο, θα ήταν παίκτης Εθνικής ομάδας.»

Το στοίχημα που θεωρείται “μάστιγγα” του σύγχρονου αθλητισμού, υπήρχε στις μέρες εκείνες;

«Σε καμία περίπτωση! Και δεν πιστεύω ότι έχει απλωθεί τόσο πολύ στο μπάσκετ, όσο το έχει κάνει στο ποδόσφαιρο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, εμένα δεν θα μπορούσε ποτέ να με αγγίξει. Γιατί είναι τέτοια η αγάπη μου για την ομάδα και την πόλη μου, που δεν θα μπορούσα ποτέ να συναινέσω στο να γίνει κάτι εις βάρος της.»


Όλος ο παλιός καλός κόσμος του αθλήματος στην Ελλάδα, σε ξέρει ως τον “ζαχαροπλάστη” του ελληνικού μπάσκετ. Πως το εισπράττεις εσύ αυτό το προσωνύμιο;

«Η μεγαλύτερη δικαίωση και αναγνώριση της συμβολής μου στην ομάδα, είναι ότι ακόμη και τώρα ο απλός κόσμος της Δάφνης που με συναντά στον δρόμο με αποκαλεί “Κωστάκη”! Γιατί ήμουν πάντα ο ίδιος απλός άνθρωπος, είτε βρισκόμουν στο μαγαζί μου, είτε στο γραφείο μου του γηπέδου. Δεν με ένοιαζε να κρατήσω τα χρήματά για τον εαυτό μου. Αντίθετα ήθελα να προσφέρω στην πόλη μου!»

Το δικό μου αγαπημένο γλυκό από το μαγαζί σου ήταν τα σου. Το δικό σου ποιο είναι;

«(ένα χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό του!!)... Τα εκλεράκια! Ξέρεις, χρησιμοποιούσαμε πάντα τα καλύτερα υλικά για να εξασφαλίσουμε την μεγαλύτερη δυνατή ποιότητα κι είχα τέτοια τρέλα, που αν μάθαινα ότι κάποιοι είχαν καλύτερα από μας, με έπιανε αμόκ. Έπρεπε να τα βρω, να τα εξετάσω, να τα δοκιμάσω ο ίδιος για να δώσω το ok να τα χρησιμοποιήσουμε. Αν δεν μου άρεσε κάτι γευστικά, δεν έμπαινε στην βιτρίνα. Κάποια περίοδο, όλη την ημέρα δοκίμαζα...»

Στο εργαστήριο έμπαινες ποτέ, σήκωνες τα μανίκια;

«Πλάκα μου κάνεις τώρα; Εγώ από το εργαστήριο ξεκίνησα, σαν ζαχαροπλάστης σε ένα μαγαζί στο Παγκράτι. Αφοί Κωστάκη, πίσω από το Caravel, στην οδό Εργοτίμου. Δουλέψαμε πολύ σκληρά και σαν επιχείρηση, κάποια στιγμή φτάσαμε να έχουμε 150 εργαζόμενους, 4 καταστήματα και 6 διαφορετικούς χώρους παραγωγής. Ήταν δύο στην Δάφνη, ένα στο Χαλάνδρι κι ένα στην Ηλιούπολη. Το 1995, 10 χρόνια μετά το ξεκίνημα, δεν είχαμε που να βάλουμε τα γλυκά και ψάχναμε να νοικιάσουμε έναν μεγάλο ενιαίο χώρο για να στεγάσουμε το παρασκευαστήριο που θα αντικαθιστούσε τους διάσπαρτους χώρους παραγωγής.»

Και πως και πότε άρχισε η κάτω βόλτα;

«Ήταν το 2000, όταν για μία μέρα έγινα συνέταιρος με τον Σωκράτη Κόκκαλη! Συναντηθήκαμε, δώσαμε τα χέρια και μάλιστα πήρα και προκαταβολή. Αν ευοδωνόταν αυτή η συνεργασία, θα άλλαζε ο ρους στην ιστορία της επιχείρησης. Δυστυχώς, η συμφωνία δεν τηρήθηκε, τα προβλήματα που υπήρχαν ήδη, άρχισαν να διογκώνονται και να γίνονται αξεπέραστα. Αλλά συμβαίνουν αυτά στο επιχειρείν...»

Για ποιο λόγο θα γινόταν αυτός ο συνεταιρισμός;

«Για να διορθώσουμε κάποια κακώς κείμενα που είχαν προκύψει από την απότομη και ραγδαία ανάπτυξη της εταιρείας και να της δώσουμε μία έξτρα ώθηση, που πιστεύω ότι θα εκτόξευε το brand name τότε σε όλη την Ελλάδα. Ενώ με τον Σωκράτη τα βρήκαμε μεταξύ μας, στη συνέχεια το λόγο πήραν οι λογιστές και οι ορκωτοί και χάλασε η δουλειά.»

Ποια είναι η ξένη προσωπικότητα που εκτίμησες περισσότερες από όσους πέρασαν από την Ελλάδα;

«Χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Ομπράντοβιτς. Κύριος με τα όλα του, σε όλες του τις εκφράσεις. Είτε ήταν αντίπαλος μέσα στο γήπεδο, είτε βρισκόμασταν στα μπουζούκια, στο Hilton για καφέ, είτε στον Oroscopo στο Παγκράτι που πήγαινε με τον Ίβκοβιτς για φαγητό. Υπήρχε μεγάλη αλληλοεκτίμηση και είναι ένας από τους ανθρώπους που συμπαθώ πάρα πολύ.»



Ένα περιστατικό που σε έχει σημαδέψει, ήταν όλο αυτό το σκηνικό που έγινε το καλοκαίρι του 2003 με την ομάδα του Πανοράματος, που παραιτήθηκε από την άνοδο στην Α1 Κατηγορία και οι πρώτοι επιλαχόντες ήσασταν εσείς...

«Κι αυτή είναι μία στιγμή, που θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία της ομάδας. Είχαμε τερματίσει στην 3η θέση της βαθμολογίας στην Α2 Κατηγορία, μετά από ήττα-“σφαγή” στον αγώνα με το Πανόραμα που κατέλαβε την 2η θέση και πήρε το 2ο εισιτήριο της ανόδου. Έλα όμως, που η ομάδα της Θεσσαλονίκης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο πρωτάθλημα της Α1, οπότε δικαιωματικά έπρεπε να ανέβουμε εμείς στην θέση της. Πήγαμε στην Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, καταθέσαμε τον φάκελό μας και μετά την θετική εισήγηση που πήραμε, προετοιμαζόμαστε για να παίξουμε στα “μεγάλα σαλόνια”...»

Κάτι που τελικά δεν συνέβη...

«Αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα που έχουν γίνει με την σύμπραξη της διοργανώτριας αρχής και της ΕΟΚ, οι οποίες ήταν από την αρχή αρνητικές στο να ανέβει η Δάφνη. Να φανταστείς ότι εκείνο το καλοκαίρι (σ.σ.: 2008), ο αρεοπαγίτης πρόεδρος της Επιτροπής, Κωνσταντίνος Παπαλάκης, είχε απορρίψει ουκ ολίγες φορές τον φάκελο της συγχώνευσης που παρουσίασε το Πανόραμα με την Καβάλα, η οποία παρεμπιπτόντως αγωνιζόταν στην Γ' Εθνική. Να σου θυμίσω ότι λίγους μήνες πριν, είχε ξεσπάσει και το σκάνδαλο Σαξώνη, που ήταν ταυτόχρονα ταμίας στον Δήμο Θεσσαλονίκης και πρόεδρος στο Πανόραμα και το οποίο τον έστειλε στην φυλακή με ισόβια κάθειρξη, μαζί με τον δήμαρχο της πόλης, Βασίλη Παπαγεωργόπουλο.»

Θέλεις να θυμίσεις στον κόσμο πως το έζησες;

«Τι να σου πρωτοπώ; Λόγω της πολλαπλής επανεξέτασης της υπόθεσης στην ΕΕΑ, η προγραμματισμένη έναρξη του πρωταθλήματος είχε αναβληθεί. Εν τω μεταξύ, όμως, άρχιζε κανονικά το πρωτάθλημα της Α2 και εμείς παίζαμε με την Ξάνθη. Εγώ δεν ήθελα να συμμετάσχουμε, αλλά ο τότε προπονητής μας, ο Κώστας Σορώτος με έπεισε να κατέβουμε κανονικά, γιατί αν δεν παίρναμε την άνοδο, θα υπήρχε κίνδυνος να μηδενιστούμε. Τελικά παίξαμε το παιχνίδι κι ενώ όλη την εβδομάδα το “θέατρο του παραλόγου” συνεχιζόταν, εκεί που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε για Θεσσαλονίκη, όπου παίζαμε με την ΜΕΝΤ, ξαφνικά μας ενημερώνουν ότι η Επιτροπή έκανε δεκτό τον φάκελό μας και ενέκρινε τον προβιβασμό μας στην Α1. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά γιατί η συγχώνευση των δύο ομάδων ήταν εντελώς... μαϊμού, δεν είχε περάσει ούτε καν από Γενική Συνέλευση. Αλλά το χρήμα που μοίραζε τότε ο Σαξώνης, ο οποίος αργότερα αποδείχτηκε ότι είχε αδειάσει τα ταμεία του Δήμου Θεσσαλονίκης, έρρεε άφθονο... Όσα εκλεράκια και να πουλούσα, δεν μπορούσα να τον ανταγωνιστώ...»

Και τι έγινε μετά; Πως άλλαξε η απόφαση;

«Αυτομάτως η ΕΟΚ ανέβαλε την 2η αγωνιστική της Α2 και την έναρξη της Α1 Κατηγορίας. Για λίγες ώρες, η ατμόσφαιρα στην ομάδα ήταν πανηγυρική και όλοι κάναμε όνειρα για ένα νέο ξεκίνημα της Δάφνης στο υψηλότερο επίπεδο. Τότε, μάλιστα, υπήρχε κι ένα αρκετά σημαντικό έσοδο για κάθε ομάδα από την τηλεοπτική συμφωνία, οπότε το status του συλλόγου θα άλλαζε. Το βράδυ εκείνης της Παρασκευής, όμως, με πήρε ο Μάκης ο Ψωμιάδης και μου λέει “Κώστα, να ξέρεις θα σε φάνε! Δεν θα ανέβει η Δάφνη! Πόσα χρήματα θέλεις, να πω στον Παπακωνσταντίνου (σ.σ.: ο τότε πρόεδρος της Καβάλας) να σου δώσει, για να κάνεις πίσω;”... Του απάντησα ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να “πουλήσω” την ομάδα και θυμάμαι σαν τώρα την τελευταία του κουβέντα: “Είσαι κορόιδο αγόρι μου! Έχεις χάσει ήδη, την Δευτέρα θα ανέβει η Καβάλα στην Α1!”... Όπως και έγινε...»

Εσύ πως το πήρες;

«Να σου πω την αλήθεια, εκείνη την ώρα δεν το πίστεψα αλλά στην διάρκεια του διημέρου άρχισαν να μου... βρωμάνε αρκετά πράγματα και την Δευτέρα ήρθα αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα. Φαίνεται ότι τα χρήματα που προορίζονταν για μένα, τα έδωσαν κάπου αλλού κι έπιασαν τόπο.»


Αναρωτιέμαι πως βρήκες το κουράγιο να συνεχίσεις...

«Τότε ήρθε η μεγάλη απογοήτευση και λίγα χρόνια αργότερα έπεσε στο τραπέζι η πρόταση από τον Αμύντα, να προχωρήσουμε την συγχώνευση μας με τον σύλλογο του Υμηττού. Με όλα όσα είχαν γίνει, μετά από αρκετή σκέψη και υπό το βάρος της απογοήτευσης, αποφάσισα ότι ίσως ήταν η κατάλληλη στιγμή για αποδεχθώ την πρόταση. Ο στόχος ήταν να δημιουργήσουμε μία ισχυρή ομάδα, που θα σταθεροποιούνταν στην Α2, έτσι ώστε στην πορεία να θέσουμε τις προϋποθέσεις για την άνοδο στην Α1 Κατηγορία. Δώσαμε τα χέρια, κάναμε εκλογές, συμφωνήσαμε στο νέο πλαίσιο συνεργασίας, η οποία διήρκεσε περίπου 4 χρόνια. Μία καλή φουρνιά παικτών, όπως ο Τοπάλι, ο Βαρδιάνος, ο Βαρδαβάς και ο Ζαβός άλλαξαν φανέλα, όλα τα παιδιά των ακαδημιών μας πήγαν στον Υμηττό, έβαλα και 70.000 Ευρώ από την τσέπη μου και ουσιαστικά το κομμάτι της παλιάς Δάφνης, μαράζωσε! Η ομάδα με την κλασσική της ονομασία, δεν είχε κανένα τμήμα και δεν συμμετείχε πουθενά.»

Σε βάθος χρόνου, δεν σε χάλασε αυτή η εξέλιξη;

«Πάρα πολύ! Αλλά δεν ήθελα να χαλάσουμε τις καρδιές μας. Είμαστε χρόνια φίλοι και γείτονες, οπότε δεν ήθελα να τσακωθώ και να χάσουμε και το ουισκάκι που πίναμε πότε-πότε... Αλλά όποτε περνούσα έξω από το γήπεδο, βούρκωνα. Αλλά εκεί που θεωρούσα ότι είχα κάνει τον κύκλο μου, με τα καλά μου και τα στραβά μου, παρουσιάζονται κάποιοι άνθρωποι στον τότε δήμαρχο Δάφνης, τον Μιχάλη τον Σταυριανουδάκη και εξέφρασαν το ενδιαφέρον να ενεργοποιήσουν ξανά τον σύλλογο.»

Και ποια ήταν η συνέχεια;

«Ο δήμαρχος τους απάντησε ότι αυτό θα ήταν εφικτό “μόνο και με την συμμετοχή του Κώστα του Τζιβελέκα! Εγώ δεν δίνω τα κλειδιά του γηπέδου σε κανέναν άλλον!”. Ήταν το 2012, όταν με ξαναφώναξαν. Να σου πω την αλήθεια, εγώ δεν ψηνόμουν ιδιαίτερα, αλλά τους υποσχέθηκα να τους βάλω μπροστά και στη συνέχεια να αποχωρήσω. Αλλά όπως βλέπεις είμαι ακόμη εδώ...»

Και ξεκινήσατε από την Δ' ΕΣΚΑ;

«Όπως προβλεπόταν, άλλωστε... Σιγά-σιγά ανεβήκαμε τις κατηγορίες και τώρα είμαστε στην Γ' και διεκδικούμε την άνοδο στην Β' Εθνική. Ο πρωταθλητισμός, άλλωστε, είναι μέσα στο DNA της Δάφνης. Απλά το κάνουμε με σύνεση και με υπομονή και ο μεγάλος στόχος είναι να βγάλουμε ταλέντα και να στελεχώσουμε την πρώτη ομάδα.»

Mε ηγέτη και πρώτο σκόρερ τον μικρό σου γιο σου, έτσι δεν είναι;

«Ο Γιάννης είναι ένα πολύ δραστήριο παιδί, είναι επικεφαλής του Οργανισμού Πολιτισμού και Αθλητισμού του Δήμου και παρ' ότι θα μπορούσε να παίζει σε ψηλότερη κατηγορία, αποφάσισε φέτος να γυρίσει για να βοηθήσει την ομάδα της πόλης του, παίζοντας δωρεάν. Είμαι πολύ περήφανος για την διαδρομή που έχει χαράξει.»

Το καλοκαίρι, μάλιστα, γίνατε η πρώτη ανδρική ομάδα που επιλέξατε γυναίκα για την θέση του head-coach...

«Την ξέραμε καλά την Λία την Γκουζίνη, από την θητεία της στο Μαρούσι, είναι και αντράκι οπότε δεν δυσκολευτήκαμε να πάρουμε αυτή την απόφαση. Δεν το είδαμε σαν κάτι το πρωτοποριακό, ούτε θεωρήσαμε ότι γράφουμε ιστορία. Ήταν ένα πείραμα, που τελικά και παρά το καλό ξεκίνημα (σ.σ.: ρεκόρ 6-1) κρίναμε ότι δεν πέτυχε και της ευχόμαστε καλή επιτυχία στην συνέχεια.»



Πάμε λίγο στα λάθη, που σε όλη την διάρκεια αυτής της διαδρομής, έχει πλέον κατασταλάξει ότι έκανες... Ποια ήταν αυτά;

«Έτρεχαν όλα πολύ γρήγορα, γαμώ το! Αλλά η παθολογική μου αγάπη για την ομάδα με τύφλωνε κάποιες φορές. Όταν αγαπάς κάτι παράφωρα, δεν κωλώνεις και δεν υπολογίζεις τα χρήματα, θα γίνουν σίγουρα λάθη. Όσα έγιναν, συνέβησαν από αγάπη και όχι από δόλο. Και ήταν νομοτελειακό. Σκέψου ότι ήμουν ο νεότερος πρόεδρος που καθόμουν στο τραπέζι του Δ.Σ. στον ΕΣΑΚΕ. Δίπλα σε κολοσσούς και μεγιστάνες, όπως ο Κόκκαλης, οι Γιαννακόπουλοι, ο Παπακαλιάτης. Δεν με βλέπανε εμένα όλοι αυτοί! Αλλά είχα τρυπώσει κι εγώ ανάμεσά τους και προσπαθούσα να επιβιώσω. Θυμάμαι τον αείμνηστο Θανάση τον Γιαννακόπουλο, να μου λέει στον διάδρομο: “Κωστάκη, μην κοιτάς εμάς και παραμυθιάζεσαι. Θέλω να σε προσγειώσω για το καλό σου, επειδή σε αγαπώ πολύ. Εσύ πουλάς εκλεράκια!”... »

Σε ακούω τόση ώρα να μου διηγείσαι την ιστορία σου και αναρωτιέμαι ποιο είναι το κίνητρο που έχεις αυτή την στιγμή για να ασχολείσαι ακόμη, στα 55 σου, με την ομάδα της Δάφνης. Και ειδικότερα μετά από όσα έχεις ζήσει και περάσει...

«Θεωρώ όλα τα παιδιά που πέρασαν από τα τμήματα της Δάφνης, σαν δικά μου παιδιά. Περνούσαν όλα από το γραφείο μου και με χαιρετούσαν! Να φανταστείς ότι τα ξέρω όλα με το μικρό τους όνομα. Αυτή η αγάπη που εισπράττω και δίνω καθημερινά, είναι ένα συναίσθημα που δεν περιγράφεται με λόγια. Με γεμίζει τόσο πολύ που δεν μπορώ να σκεφτώ την ζωή μου χωρίς αυτό. Επομένως, η απάντησή μου στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι ότι η Δάφνη είναι το τρίτο μου παιδί. Δηλαδή έχω δύο γιους και μία “κόρη” και στις φλέβες μου κυλάει “κιτρινόμαυρο” αίμα! Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.»

Είναι μία καλώς εννοούμενη τρέλα;

«Μπορείς να το πεις κι έτσι! Για να καταλάβεις, πριν από λίγες μέρες είχα μπει σε ένα γραφείο στην ομοσπονδία και υπέγραφα κάτι δελτία. Βγαίνει ο γενικός γραμματέας, ο Νικολόπουλος και μόλις με βλέπει, μου λέει: “Κωστάκη, δελτία υπογράφεις;”... Όπως καταλαβαίνεις είμαι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Και πρόεδρος και κλητήρας! Αλλά το αγαπάω πραγματικά και το πονάω αυτό που κάνω...»



Άφησα προς το τέλος το κεφάλαιο της ποινής που εξέτισες στην φυλακή για οικονομικές οφειλές των εταιριών σου με το Δημόσιο... Θέλω να μου πεις ό,τι θέλεις εσύ...

«Ανέλαβα τις ευθύνες μου, όταν έπρεπε και όταν με κάλεσε η Δικαιοσύνη. Παρουσιάστηκα μόνος μου και την αρχική κακοδικία που έγινε, την διόρθωσε το Πενταμελές Εφετείο. Θα μπορούσα να μην είχα παρουσιαστεί, αλλά πίστευα πολύ στο δίκαιο και στο τέλος δικαιώθηκα. Στο μεταξύ, όμως, πέρασα ένα πολύ δύσκολο διάστημα, υπέφερε πολύ η οικογένειά μου, αλλά μετά από 1,5 χρόνο μέσα, αθωώθηκα ομόφωνα.»

Πως βίωσες όλη αυτή την περιπέτεια;

«Αρχικά το σοκ ήταν αδιανόητο, μόλις βγήκε η πρωτόδικη απόφαση που ήταν ισόβια κάθειρξη! Δικάστηκα ερήμην, παρουσία των δικηγόρων μου και δυστυχώς μου φορτώσαν αμαρτίες άλλων! Έπρεπε, όμως, να μείνω ψύχραιμος και η πίστη στην αθωότητά μου μαζί με την στήριξη της οικογένειάς μου, αποτέλεσαν την κινητήριο δύναμή μου μέσα στην φυλακή. Έτσι, λοιπόν, οργάνωσα την υπερασπιστική μου γραμμή και στην συνέχεια πήγα στο αστυνομικό τμήμα Δάφνης και παραδόθηκα.»

Πιστεύοντας ότι δεν θα ταλαιπωρηθείς, σωστά;

«Δεν το ξέρεις αυτό! Δεν είναι εύκολο να κοιμάσαι και να ξέρεις ότι έχεις φάει ισόβια! Μιλάμε για 16 χρόνια... Αυτό το συναίσθημα δεν το εύχομαι ούτε στον χειρότερό μου εχθρό. Άστο...»

Σε ποιες φυλακές ήσουν;

«Και Χαλκίδα και Κορυδαλλό. Με κράτησαν οι σκέψεις για την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Έκανα πολλή προσευχή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχα άγχος. Όταν τρως μία τόσο μεγάλη ποινή, όπως η ισόβια κάθειρξη, δηλαδή την αμέσως επόμενη από τον θάνατο, δεν μπορείς να χαλαρώσεις με τίποτε. Δούλεψα πολύ με τον εαυτό μου, ήλπιζα και η λύτρωση ήρθε όταν βγήκε η εισαγγελέας και ανακοίνωσε ότι αθωώθηκα παμψηφεί.»

Όλα αυτά που διαχειρίστηκες και είδαν τα μάτια σου στην φυλακή, σε έχουν κάνει καλύτερο άνθρωπο;

«Πάντα ισχύει ότι οι μεγάλες δυσκολίες σε κάνουν καλύτερο. Κι εκεί, μέσα μη νομίζεις, γνώρισα διαφορετικούς ανθρώπους με ξεχωριστές ιστορίες. Η φυλακή είναι από μόνη της μία κοινωνία με τους δικούς της κανόνες. Είναι μεγάλο σχολείο. Μπορεί να μην σπούδασα ποτέ, αλλά έχω βγάλει ένα από τα πιο δύσκολα πανεπιστήμια της ζωής.»

Κλείνοντας, έτσι όπως έμπαινα στο γήπεδο από τον διάδρομο πέρασα μπροστά από το σημείο που καθόταν συνήθως ο “γάιδαρος”. Νιώθεις, κάθε μέρα που έρχεσαι στο γραφείο σου, έστω και νοερά την παρουσία του;

«Εννοείται! Ο Γιάννης Κατμερτζής και κατά κόσμον “γάιδαρος”, ήταν μία ιστορική φυσιογνωμία της Δάφνης και ανάλογα τι μουσική έβαζε στο τρανζιστοράκι του, μπορούσα να ψυχολογήσω την διάθεσή του. Όταν είχε κέφια, έβαζε τραγούδια του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και αμέσως καταλάβαινα ότι είναι ανεβασμένος. Τα τελευταία χρόνια, που είχε διορισθεί από τον Δήμο ως φύλακας του γηπέδου, είχε κατέβει από την εξέδρα. Καθόταν στην γωνία και σήκωνε το χέρι για να δώσει το έναυσμα στους οργανωμένους να φωνάξουν. Θυμάμαι ότι είχε πει το εξής αμίμητο: “Αν δεν υπήρχε Τζιβελέκας, δεν θα υπήρχε Δάφνη!”... Να είναι καλά εκεί που είναι...»


Πηγή: Gazzeta.gr Photo credit: Χρήστος Λώλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου